Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ : ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ



Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας είναι ένας από τους σημαντικότερους δρόμους της σύγχρονης Αθήνας. Για τους Αθηναίους, αλλά και για τους περισσότερους επισκέπτες της πόλης, η διαπίστωση αυτή μοιάζει με κοινοτυπία. Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας ξεκινάει από την καρδιά της Αθήνας, δηλαδή τη Βουλή και το Σύνταγμα και καταλήγει στους Αμπελόκηπους, στον κόμβο της συνάντησης της με τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από τον 19οαι. έως σήμερα η Βασιλίσσης Σοφίας αποτελεί έναν από τους ωραιότερους δρόμους της Αθήνας και παρά τον χαρακτήρα βουλεβάρτου που της προσδίδουν, διατηρεί τον απόηχο της παλιάς της μεγαλοπρέπειας, ενώ παράλληλα εκπέμπει τον δυναμισμό ενός διεκδικητικού μέλλοντος. 

 
          Η Βασιλίσσης Σοφίας αποτελούσε και αποτελεί βιτρίνα της μεσοαστικής και μεγαλοαστικής τάξης τόσο λόγω των Ανακτόρων, παλαιών και νέων, που βρίσκονται στην αρχή του δρόμου όσο και λόγω της γειτνίασής της με το Κολωνάκι και τον Λυκαβηττό.
          Στα αρχικά σχέδια ανοικοδόμησης της πόλης των Αθηνών των Κλεάνθη και Σάουμπερτ η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας προβλεπόταν ελαφρά μετατοπισμένη, ως προέκταση της οδού Ερμού. Οι τροποποιήσεις που έκανε ο Κλέντσε στα αρχικά σχέδια δεν προέβλεπε ουσιαστικές μεταβολές στο σημείο αυτό. Μόνο όταν πραγματοποιήθηκε η τοποθέτηση των Ανακτόρων, τον Ιανουάριο του 1836, καταργήθηκε η προέκταση της Ερμού πέρα από τη σημερινή πλατεία Συντάγματος, μιας και ο κύριος άξονας του κτιρίου ταυτιζόταν με τον άξονα της Ερμού. Σύμφωνα με το σχέδιο του Γκέρτνερ τα Ανάκτορα περιβάλλονταν από ένα ημικύκλιο πάρκο στο πίσω μέρος τους. Με τον τρόπο αυτό αποκλειόταν η προς την Κηφισιά και τα Μεσόγεια αρχαία οδός. Για αυτό το λόγο, αλλά και λόγω της έλλειψης χρημάτων από τα κρατικά ταμεία για την απαλλοτρίωση ολόκληρης της έκτασης που περιλαμβανόταν στα σχέδια του Γκέρτνερ, ο ανθυπολοχαγός του μηχανικού Χοχ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διεύθυνση της οικοδομής των Ανακτόρων μαζί με τον συνάδελφό του Σλότερ, συντάσσει νέο σχέδιο γενικής διάταξης της περιοχής το Μάρτιο του 1839, σύμφωνα με το οποίο ο Βασιλικός Κήπος επεκτείνεται μόνο νότια και ανατολικά των Ανακτόρων, ενώ στη βόρεια πλευρά τους και σε απόσταση 25μ. από αυτή χαράσσεται το πρώτο τμήμα της τότε λεωφόρου Κηφισίας με πλάτος 30μ. Στην απέναντι από τα Ανάκτορα πλευρά της Κηφισίας , ένα μεγάλο οικόπεδο 24.000 τετραγωνικών πήχεων επί της λεωφόρου προοριζόταν για τα δημόσια καταστήματα, τα υπουργεία και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Έτσι, σε όλη την έκταση μέχρι την οδό Σέκερη δεν επιτρεπόταν η κατασκευή οικοδομών.
          Λίγο αργότερα στη δεξιά πλευρά της Κηφισίας, ο Σταμάτης Κλεάνθης σχεδιάζει για τη Δούκισσα της Πλακεντία, Σοφία, το χειμερινό της ανάκτορο, τα «Ιλίσσια», που σήμερα στεγάζει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Δίπλα στα Ιλίσσια η Δούκισσα αναθέτει στον Κλεάνθη να κτίσει την κατοικία του προσωπικού της ιατρού Βερν Ρέζερ. Στο κτίριο αυτό εγκαταστάθηκε αργότερα το διδασκαλείο. Ακολουθούν οι δύο μικρές κατοικίες των Γριβαίων, το ημιτριώροφο του Βασίλη Γιαλούρη, η τριώροφη κατοικία του κόντε Μπότσαρη, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε η πολυκατοικία Πεσματζόγλου.
          Την ίδια χρονιά που αρχίζει η οικοδόμηση των Ιλισσίων, το 1840, αρχίζει να κτίζεται έξω από την πόλη η Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή. Στις αρχές της επόμενης δεκαετίας χτίστηκε κοντά της ο μικρός ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου. Στη γωνία Κηφισίας και Νεοφύτου Δούκα υπήρχε το εργοστάσιο και η μπιραρία του Δαμιανού που στη συνέχεια περιήλθε στο Μπάουχερ. Οι δεκαετίες περνούσαν, το κράτος όμως εξακολουθούσε να μη διαθέτει τα οικονομικά μέσα για να κτίσει τα υπουργεία του.
          Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 τα οικόπεδα που βρίσκονται προς τη βόρεια πλευρά των Ανακτόρων απελευθερώνονται και αρχίζουν οι πρώτες πωλήσεις σε ιδιώτες. Η άνοδος του Γεωργίου Α΄ στο θρόνο, η ένωση των Επτανήσων με τη Ελλάδα, η αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας και κυρίως η οικονομικοκοινωνική αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους προσελκύουν πολλούς ομογενείς του εξωτερικού να εγκατασταθούν στη χώρα. Από τους πρώτους ήταν ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος αγόρασε οικόπεδο στην αρχή της τότε οδού Κηφισίας. Το παράδειγμα του Συγγρού ακολουθούν οι Χιώτες επιχειρηματίες Σκουλούδης και Βούρος, καθώς και ο Παπούδωφ.
          Από τα μέσα του 1870 και μέχρι τις αρχές του 20ουαι., τότε που η λεωφόρος Κηφισίας μετονομάζεται σε λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, η αριστερή προς την άνοδο πλευρά γεμίζει με αστικά μέγαρα. Το μέγαρο Ψύχα (Αιγυπτιακή πρεσβεία), η έπαυλη Douais του Κάρολου Μέρλιν (Γαλλική πρεσβεία), το μέγαρο Στουρνάρη, το μέγαρο ενός άλλου Ψύχα (Ιταλική πρεσβεία), η οικία Ράλλη- Σκαραμαγκά, το μέγαρο Χαροκόπου (Μουσείο Μπενάκη), το μέγαρο Καζούλη, τα μέγαρα Συριώτη- Εμπειρίκου, Π.Καλλιγά, Μ.Δραγούμη, Ζλατάνου, Ελ.Μακκά, Σταθάτου (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης) και Ι.Θεολόγη. Στις αρχές του 20ουαι. κτίζεται το μέγαρο Ρέντη, η οικία Βόγλη, η οικία Βεργώτη και το μέγαρο Βενιζέλου. Σήμερα σχεδόν κανένα δεν ανήκει στους απογόνους του αρχικού ιδιοκτήτη τους. Στη δεξιά πλευρά δέσποζε το μέγαρο Πεσματζόγλου, η πρώτη πολυτελής πολυκατοικία της Αθήνας και το Σαρόγλειο.
          Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας συνέχισε να είναι η κατ’ εξοχήν «βιτρίνα» και, σύμφωνα με τις αιώνιες ελληνικές αρχές, κρατούσε μέσα της όλη την αντιφατικότητα της σύγχρονης ζωής σε αυτόν τον τόπο. Διαδοχικά παραχωρήθηκαν οικόπεδα για τη Ριζάρειο Σχολή (προπολεμικά), για το Στρατιωτικό Νοσοκομείο το ΄50, για τη Αμερικανική πρεσβεία, το Χίλτον και την Εθνική Πινακοθήκη στις αρχές του ΄60 και λίγο αργότερα το μνημείο του Βενιζέλου. Τελευταία και γενναιότερη προσθήκη το Μέγαρο Μουσικής το ΄70 με τις τωρινές του επεκτάσεις, καθώς επίσης και ο Πύργος των Αθηνών.
           Παρ’ όλο που η οδός διατηρούσε την αίγλη του ξεχωριστού, ο συμβολισμός της ήταν πια κάπως προβληματικός. Φυσικά, θα ήταν για πάντα ταυτισμένη με την κάθοδο στο «καλό», δηλ. στο ευρωπαϊκό κέντρο της πόλης, ακόμη κι όταν εκείνο υποβαθμίστηκε αισθητά και ξέπεσε. Αν η Αμερικανική πρεσβεία και το Χίλτον υπογράμμιζαν τη νέα ηγεμονική θέση της υπερπόντιας δύναμης, τα υπόλοιπα στοιχεία αυτής της ανάπτυξης εξέπεμπαν δυσνόητα μηνύματα. Δεν μπορούσαμε να μιλάμε πλέον για έναν αριστοκρατικό δρόμο, ούτε καν μεταφορικά. Η λεωφόρος ήταν γεμάτη με πολυκατοικίες και έλαμπε ως το νέο, θαρραλέο πρόσωπο της μεταπολεμικής ανάπτυξης.
          Σήμερα, η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, παρ’ όλο που κάποια από τα μέγαρα και σημαντικά κτίρια που διέθετε συνεχίζουν να υπάρχουν, έχει μετατραπεί σε μια πολύβουη και πολυσύχναστη λεωφόρο με χαρακτηριστικό τον μεγάλο αριθμό μουσείων που την καταλαμβάνουν και την τεράστια κυκλοφορία που συρρέει στην Κηφισίας από όλες τις παραπλεύρους και την οδηγεί ως το τέρμα της.  
ΠΑΛΑΙΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ-ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
          Τα Παλαιά Ανάκτορα είναι σήμερα η έδρα της Βουλής των Ελλήνων και δεσπόζουν στο Σύνταγμα και στην αρχή της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας ή αλλιώς στο ανατολικό τότε άκρο της πόλης, κοντά στην πύλη της «Μπουμπουνίστρας». Τα Ανάκτορα αποτελούν κτίριο σχεδιασμένο από τον αξιόλογο Βαυαρό αρχιτέκτονα Φρίντριχ φον Γκέρτνερ και αναγέρθηκαν με έξοδα του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, ώστε να γίνουν ανάκτορο του Όθωνα.
          Η τελική επιλογή του χώρου για την ανέγερση των Παλαιών Ανακτόρων έγινε από τον ίδιο τον Γκέρτνερ στα τέλη του 1835, έπειτα από την απόρριψη των προτάσεων των Κλεάνθη, Σάουμπερτ, Κλέντσε και Σίνκελ, οι οποίοι προέβλεπαν θέσεις στην Ομόνοια, στον Κεραμεικό και την Ακρόπολη αντίστοιχα, ενώ στην τελευταία αντέδρασε και ο ίδιος ο Λουδοβίκος.
          Η εκπόνηση των έργων πραγματοποιήθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της μικρής παραμονής του Γκέρτνερ στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα από τον Δεκέμβριο του 1835 έως τον Μάρτιο του 1836. Για το λόγο αυτό αποτέλεσε σπουδαίο κατόρθωμα που μόνο η μεγάλη συγκέντρωση των ικανοτήτων του μπορούσε να φέρει σε πέρας. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 25 Ιανουαρίου/6 Φεβρουαρίου 1836. Τον Μάρτιο ο Γκέρτνερ επέστρεψε στο Μόναχο και άφησε τη διεύθυνση της ανέγερσης της οικοδομής στους Βαυαρούς ανθυπολοχαγούς Σλότερ και Χος.
          Βασικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμηση του κτιρίου ήταν πέτρα, κυρίως από τον Υμηττό, τον Λυκαβηττό και την περιοχή «Πινακωτά», δίπλα στο λόφο του Στρέφη, μάρμαρο, κυρίως από την Πεντέλη, τον Υμηττό, αλλά και από την Τήνο, την Πάρο και την Νάξο και ελάχιστα από την Καρράρα και τη Γένοβα της Ιταλίας και τέλος, ξύλα, τα οποία προέρχονταν από την Εύβοια. Συγκινητική υπήρξε η προσέλευση πολλών κατοίκων και ιδίως νησιωτών που ζητούσαν να εργαστούν αφιλοκερδώς στην οικοδόμηση των ανακτόρων, όπως Τηνιακοί, Σιφναίοι, Παριανοί, Ναξιώτες, κ.ά. Τελικά, μόλις ολοκληρώθηκαν τα κτίσματα των τοίχων τον Νοέμβριο του 1840, ο Γέρτνερ επέστρεψε στην Αθήνα για να επιβλέψει τη συνέχεια της οικοδομής, καθώς επίσης και τη ζωγραφική διακόσμηση των εσωτερικών χώρων φέρνοντας μαζί του τους περίφημους ζωγράφους ιστορικών παραστάσεων της εποχής, Γιόχαν Σράουντολφ, Ούλριφ Χαλμπρέιτερ και Ιωσήφ Κραντσμπούργερ, οι οποίοι και ανέλαβαν τις μεγάλες τοιχογραφίες με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική επανάσταση του 1821. Μετά από τρίμηνη παραμονή ο Γκέρτνερ επέστρεψε και πάλι στο Μόναχο αφήνοντας τώρα στη θέση του τον μηχανικό Ριέντελ, ο οποίος και αποπεράτωσε το κτίριο με επιτυχία το 1847.
          Στα Παλαιά Ανάκτορα κατοίκησαν ο Όθωνας και η Αμαλία από το 1843 μέχρι την έξωσή τους, το1862. Επίσης, στο μέγαρο κατοίκησε ο Γεώργιος Α’ έως το 1913 και σε τμήμα του η βασιλομήτωρ Όλγα μέχρι το 1922. Κατά τη διάρκεια της βασιλικής εξουσίας το ανάκτορα υπέστησαν τις συνέπειες δύο σοβαρών πυρκαγιών, η πρώτη το 1884 και η δεύτερη το 1909. Επιπλέον, το 1922 χρησιμοποιήθηκαν ως κέντρο υποδοχής και περίθαλψης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το 1929 άρχισαν οι κατασκευές του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, το οποίο παριστάνει έναν οπλίτη της αρχαιότητας που πέφτει νεκρός στο πεδίο της μάχης, ενώ το 1932 έγιναν τα αποκαλυπτήριά του. Επί Βενιζέλου, το 1930 άρχισαν τα έργα μετατροπής του ανακτόρου σε κτίριο της Βουλής, της Γερουσίας και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η μελέτη έγινε από τον αρχιτέκτονα Α.Κριεζή και επιβλέπων μηχανικός ήταν ο Ι.Οικιάδης. Η επίσημη εγκατάσταση της Γερουσίας έγινε στις 2 Αυγούστου του 1934. Την 1η Ιουλία 1935 λειτούργησε στο μέγαρο η Βουλή, αλλά την 4η Αυγούστου του 1936 οι εργασίες της διακόπηκαν λόγω της δικτατορίας του Μεταξά. Την περίοδο εκείνη, όπως και επί κατοχής, στέγασε  το Υπουργείο Ασφαλείας. Στην κατοχή ήταν έδρα της κατοχικής κυβέρνησης. Το 1944 στέγασε την Εθνοφυλακή και επί εφταετίας έγινε έδρα της δικτατορικής κυβέρνησης.
           Σήμερα είναι έδρα του Ελληνικού Κοινοβουλίου της Βουλής των Ελλήνων. Στεγάζει την αίθουσα του Κοινοβουλίου, της Γερουσίας και των Επιτροπών, τα γραφεία του προέδρου και των αντιπροέδρων της Βουλής, μέρος του αρχείου της (το υπόλοιπο βρίσκεται στο Καπνεργοστάσιο, στην Λένορμαν), γραφεία των κοινοβουλευτικών ομάδων κομμάτων, το τηλεοπτικό κανάλι της Βουλής, καθώς και διοικητικές υπηρεσίες.  

ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ
          Το νεοκλασικό αυτό μέγαρο βρίσκεται στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 3 και ήταν αρχικά γνωστό ως Μέγαρο Ψύχα. Η οικοδόμησή του πραγματοποιήθηκε το 1885 στα σχέδια του  Ernst Ziller. Ύστερα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε και εξακολουθεί να στεγάζεται εκεί η Αιγυπτιακή Πρεσβεία.



ΜΕΓΑΡΟ ΣΥΓΓΡΟΥ-ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
          Το Μέγαρο Συγγρού, το οποίο φιλοξενεί σήμερα το Υπουργείο Εξωτερικών βρίσκεται στη συμβολή της οδού Βασιλίσσης Σοφίας 5 με την οδό Ζαλοκώστα και οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1872-1873 για λογαριασμό του επιχειρηματία και ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού. Η αρχική μελέτη εκπονήθηκε από τον Ernst Ziller, ωστόσο τα σχέδια τροποποιήθηκαν από τον ίδιο τον Ανδρέα Συγγρό. Την ανέγερση επέβλεψε σε πρώτη φάση ο στρατιωτικός μηχανικός Νικόλαος Σούτσος και έπειτα ο Γάλλος αρχιτέκτονας Piat, ο οποίος επιμελήθηκε και την εσωτερική διακόσμηση. Η τιμή του οικοπέδου που αγόρασε ο Ανδρέας Συγγρός, συγκριτικά με το σημείο που βρισκόταν έναντι των ανακτόρων, ήταν χαμηλή- μόλις 65.000 δραχμές, ενώ το κτίσιμο κόστισε άλλες 320.000 δραχμές.
          Το Μέγαρο κληροδότησε στο Υπουργείο Εξωτερικών η αποκλειστική κληρονόμος της ακίνητης περιουσίας του Ανδρέα Συγγρού, η σύζυγός του Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου- Συγγρού, σύμφωνα με την από τις 31.5.1921 μυστική διαθήκη της, η οποία δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών. Μετά την παραλαβή του από το Υπουργείο Εξωτερικών μετασκευάστηκε ριζικά κατά την δεκαετία 1930-1940. Από το 1976 το κτίριο έχει κηρυχθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έργο τέχνης που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία.

ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ-ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ MERLIN DE DOUAI
          Το τριώροφο Μέγαρο της Γαλλικής Πρεσβείας βρίσκεται στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 7, στη συμβολή με την οδό Ακαδημία. Η ανέγερση του κτιρίου έγινε με πρόταση ενός πλούσιου Άγγλου, του Charles Merlin, έτσι ώστε να στεγάσει τη γαλλική αντιπροσωπεία και οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1893-1895, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά. Ο κόμης dOrmesson, υπουργός της Γαλλίας στην Αθήνα, ήταν ο τελικός μισθωτής  του κτιρίου για τη στέγαση της γαλλικής αντιπροσωπείας, η οποία και πραγματοποιήθηκε το 1896.
          Το 1914 το κτίριο αγοράστηκε από το Γαλλικό δημόσιο και έκτοτε φέρνει την ονομασία Hotel Merlin de Douai, προς τιμήν του αρχικού του ιδιοκτήτη. Η αγορά αυτή συνέπεσε με την αρχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, γεγονός που δυσκόλεψε τη συντήρηση και την επισκευή του για πολλά χρόνια. Τελικά, οι επισκευές αυτές πραγματοποιήθηκαν το 1934-1935. Ακόμη, το αρχοντικό Merlin de Douai ανακαινίσθηκε το 1985-1986, ενώ τον Απρίλιο του 1993 και υπό τη διεύθυνση του ντεκορατέρ Christian Duval ξεκίνησε ολική ανακαίνιση των προσόψεων και των εσωτερικών χώρων του κτιρίου που διήρκησε ενάμιση χρόνο.
          Σήμερα, η πρεσβευτική κατοικία συνεχίζει να συνυπάρχει με τη διπλωματική καγκελαρία, αλλά οι χώροι αναδιαμορφώθηκαν ώστε να είναι πιο λειτουργικοί και ευχάριστοι. Το κτίριο της Γαλλικής πρεσβείας  έχει τώρα πρόσοψη σε κίτρινο χρώμα, σε αντίθεση με την παλαιότερη που ήταν ροζ, η οποία ταιριάζει όμορφα με το άσπρο χρώμα της κορνίζας και των παραθύρων του, καθώς επίσης και με το πράσινο των φοινικόδεντρων του κήπου.   

ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ
          Το Μέγαρο της Ιταλικής πρεσβείας βρίσκεται στη γωνία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με την οδό Σέκερη. Το κτίριο οικοδομήθηκε περίπου το 1885 βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ernst Ziller, για λογαριασμό του Στέφανου Ψύχα. Στο μέγαρο κατοίκησε το 1903 ο Έλληνας πρίγκιπας Νικόλαος, τριτότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄, μετά το γάμο του με τη Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας Ελένη Βλαδιμήροβνα. Μετά την έξωση της βασιλικής δυναστείας, το 1923, το μέγαρο νοικιάστηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως παράρτημα του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» και μετασκευάστηκε σε ένα μικρό πολυτελές ξενοδοχείο το οποίο λειτούργησε με την ονομασία «Petit Palais» έως το 1933. Έπειτα στέγασε για λίγο την πρεσβεία της Νορβηγίας, ενώ ήδη από το 1953 εγκαταστάθηκε και εξακολουθεί να στεγάζεται εκεί η Ιταλική πρεσβεία.

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ
          Το Μουσείο Μπενάκη βρίσκεται στη διασταύρωση της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με την οδό Κουμπάρη. Το νεοκλασικό αυτό κτίριο κτίστηκε το 1867-1868 για λογαριασμό του έμπορου Ιωάννη Πέρογλου. Το 1895 αγοράστηκε από τον επιχειρηματία Παναγιώτη Χαροκόπο και ανακαινίστηκε από τον αρχιτέκτονα Αναστάσιο Μεταξά, ο οποίος οργάνωσε και επέβλεψε τις εργασίες διαμόρφωσης, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1931. Το Μέγαρο Χαροκόπου, όπως ήταν επίσης γνωστό, πωλήθηκε στον Εμμανουήλ Μπενάκη το 1910 και διαφοροποιήθηκε έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τις κοινωνικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του, έπειτα από την μετεγκατάστασή τους από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα. Οι διαφοροποιήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα   τη δημιουργία μεγάλης εισόδου και πολυτελούς εσωτερικού. Την περίοδο 1929-1931 το μέγαρο επεκτάθηκε προς τα δυτικά και διαφοροποιήθηκε εκ νέου ώστε να λειτουργήσει ως μουσείο και να φιλοξενήσει τη συλλογή του Αντώνη Μπενάκη.
          Το διάστημα 1965-1973 παρατηρούνται συνεχείς επεκτάσεις του κτιρίου και των εκθεσιακών χώρων για τη στέγαση νέων αιθουσών και ιστορικών κειμηλίων. Το 1989 ξεκινάει η μεγάλη επέκταση του κτιριακού συγκροτήματος στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου με την προσθήκη νέας πτέρυγας τριών υπογείων και πέντε ορόφων. Το 1997 ολοκληρώνεται το έργο επέκτασης του κτιρίου. Το 2000 αρχίζει να λειτουργεί ξανά το μουσείο με τη νέα έκθεση Ελληνικών Συλλογών.
          Το μουσείο στεγάζει στους τρεις ορόφους αντιπροσωπευτικά έργα όλων των εποχών της Ελληνικής Ιστορίας και Τέχνης  από την προϊστορική εποχή μέχρι και τους σύγχρονους καιρούς. Η αρχική συλλογή του Αντώνη Μπενάκη, η οποία αποτελεί και τον πυρήνα της συλλογής του μουσείου, περιελάμβανε έργα αρχαίας βυζαντινής, μεταβυζαντινής, ισλαμικής και παραδοσιακής τέχνης. Οι συλλογές του μουσείου περιέχουν ακόμη έργα ασιατικής (κυρίως κινεζικής) και κοπτικής τέχνης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα των Φωτογραφικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη, το οποίο ιδρύθηκε το 1973 και το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφίες από μνημεία και αντικείμενα παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής. Πρόσφατα το μουσείο άνοιξε νέα παραρτήματα: το κτίριο της οδού Πειραιώς το οποίο στεγάζει μεταξύ άλλων τα αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, το νέο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, την πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα και την οικία της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφισιά, η οποία αποτελεί την έδρα του ιστορικού Αρχείου του Ιδρύματος Μπενάκη.
          Το Μουσείο Μπενάκη συγκαταλέγεται στις μεγάλες εκείνες δωρεές που αύξησαν τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τον παλαιότερο μουσειακό οργανισμό που λειτουργεί στην Ελλάδα ως Ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου. Με τις εκτεταμένες ενότητες των εκθεμάτων του, οι οποίες καλύπτουν περισσότερους από έναν πολιτισμικούς τομείς, αλλά και τη γενικότερη λειτουργία του, η οποία εξυπηρετεί περισσότερες από μία κοινωνικές ανάγκες, το Μουσείο Μπενάκη προσφέρει ένα μοναδικό ίσως υπόδειγμα σύνθετης δομής μέσα στο ευρύτερο πλέγμα των μουσειακών ιδρυμάτων της Ελλάδας.    

ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ
          Η πολυκατοικία Πεσμαζόγλου είναι ένα επιβλητικό μέγαρο στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 4, η οποία κάποτε διέθετε και όψη προς την Ηρώδου Αττικού. Η πολυκατοικία αυτή κατασκευάστηκε περίπου το 1900 βάσει σχεδίων του Ernst Ziller. Ιδιοκτήτης της ήταν ο Ι.Πεσμαζόγλου και αποτελεί μία από τις μεγάλες οικοδομές “εκμετάλλευσης”, με κύρια επιδίωξη την ενοικίαση πολυτελών διαμερισμάτων σε ξένους, εγκατεστημένους προσωρινά στην Αθήνα. Με το κτίριο αυτό, αλλά και το σύγχρονό του «Νέο Αρσάκειο» ο Ziller εισάγει για πρώτη φορά τη μεγάλη κλίμακα στην Αθήνα του 1900. Η δυτική πτέρυγα, η οποία βρισκόταν προς την οδό Ηρώδου Αττικού κατεδαφίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ωστόσο, η ανατολική πτέρυγα επιβιώνει μέχρι και σήμερα ως αυτοτελής πολυκατοικία.

ΜΕΓΑΡΟ ΣΤΑΘΑΤΟΥ
          Το Μέγαρο Σταθάτου είναι ένα κομψό τετραώροφο νεοκλασικό κτίριο στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ηροδότου.  Οικοδομήθηκε από τον  Ernst Ziller το 1895 ως κατοικία του Όθωνα και Αθηνάς Σταθάτου. Το μέγαρο διατήρησε αυτή τη μορφή μέχρι το 1937, τότε που πέθανε η Αθηνά Σταθάτου. Έπειτα νοικιάστηκε από τη Βουλγαρική πρεσβεία μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ύστερα από την απελευθέρωση μετατράπηκε σε Λέσχη Άγγλων Στρατιωτών και αργότερα σε Λέσχη Αγγλίδων Νοσοκόμων. Στη συνέχεια, νοικιάστηκε στην Καναδική πρεσβεία, η οποία παρέμεινε εκεί έως το 1970 για να στεγάσει αργότερα την πρεσβεία της Λιβύης μέχρι το 1982. Το ίδιο έτος αγοράστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί ως ξενώνας Βασιλέων και Αρχηγών Χωρών και ανακαινίστηκε από τον Π.Καλλιγά.
          Μετά από πολλές προσπάθειες της συλλέκτριας έργων τέχνης  Αικ.Γουλανδρή να αναδείξει το τεράστιο τότε εκθεσιακό πρόβλημα της Αθήνας, η τότε Υπουργός Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη, με μια δυναμική της απόφαση ενέκρινε τον εκθεσιακό χαρακτήρα του Μεγάρου Σταθάτου και στις 20.01.1986 η ίδια εγκαινίασε τη στέγαση σε αυτό του  Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης που από το 1962, επί βασιλέως Παύλου, είχε λάβει νομική υπόσταση και είχε επίσημα αναγνωριστεί.

ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ
          
    
          Η εξαώροφη και πενταώροφη πολυκατοικία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 29 και 55αντίστοιχα οικοδομήθηκαν περίπου το 1938 η πρώτη και το 1927 η δεύτερη βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη.
         

ΣΑΡΟΓΛΕΙΟ ΜΕΓΑΡΟ
          Το Σαρόγλειο Μέγαρο βρίσκεται επί των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ρηγίλλης. Η ονομασία του μεγάρου προήλθε από τον μεγάλο Εθνικό ευεργέτη αξιωματικό Πέτρο Σάρογλο, ο οποίος στη διαθήκη του άφησε χρήματα για την κατασκευή του και σήμερα αποτελεί τη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων.
          Οι διαδικασίες ανέγερσης του κτιρίου ξεκίνησαν το 1928 και στις 29 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ανατέθηκε η μελέτη στον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Νικολούδη. Ο Νικολούδης παρουσίασε σε προσχέδιο τη μελέτη του κτιρίου στη Διοικούσα Επιτροπή τον Οκτώβριο του 1928. Ένα χρόνο αργότερα, στις 24 Ιουνίου 1929 προσλήφθηκαν οι μηχανικοί Αχιλλέας Καρράς και Γάστωνας Ζιλλιέρος, ο μεν για τη στατική μελέτη του έργου και ο δε για την επίβλεψή του. Στις 2 Αυγούστου 1929 το έργο της ανέγερσης ανατέθηκε σε κατασκευαστική εταιρεία και άρχισε η κατασκευή του. Αν και δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου, η εγκατάσταση και λειτουργία της Λέσχης σε αυτό το κτίριο πρέπει να πραγματοποιήθηκε περίπου τον Απρίλιο του 1932 με πιθανή συνέχιση ορισμένων εργασιών για την πλήρη αποπεράτωσή της.
         Το 1992 η εξωτερική του όψη ανακαινίστηκε, ενώ το 1999 υπέστη σοβαρές ζημιές εξαιτίας του μεγάλου σεισμού της 7ης Σεπτεμβρίου. Η αποκατάστασή του διήρκησε 5 χρόνια και το 2004 άνοιξε πάλι τις πόρτες του.
         Στη Λέσχη φιλοξενείται σήμερα μουσείο με σειρά έργων ζωγραφικής και συλλογή όπλων τις οποίες κληροδότησε ο Σάρογλος. Ακόμη, περιλαμβάνει αίθουσες συνεδρίων, εκδηλώσεων, ψυχαγωγίας, κ.ά.

 VILLA ILISSIA-ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
          Η Villa Ilissia, η οποία στεγάζει σήμερα το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, είναι ένα από τα ωραιότερα κτίσματα που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα τα πρώτα χρόνια της ιστορικής της διαδρομής ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και βρίσκεται επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 22.
          Η οικοδόμηση της Villa Ilissia άρχισε το 1840 σε μικρή απόσταση από τα βασιλικά ανάκτορα και ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Ιλισσού για να στεγάσει τη χειμερινή κατοικία της Δούκισσας της Πλακεντίας. Το κτίριο χτίστηκε βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, ενώ η οικοδόμηση του ολοκληρώθηκε το 1848. Η Δούκισσα της Πλακεντίας διέμεινε σε αυτό μέχρι το θάνατό της, το 1854. Αργότερα, το συγκρότημα περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη  Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές.
         Το 1926 η Villa Ilissia παραχωρήθηκε για να στεγάσει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Η παραχώρηση του χώρου πραγματοποιήθηκε κατά τμήματα. Το 1ο αποχώρησε τον Απρίλιο του 1826 και το τελευταίο το Μάιο του 1930. Την εκτέλεση των εργασιών ανέλαβε η Γενική Εταιρεία Κατασκευών. Το εσωτερικό προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας του χρήσης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου, αλλά η εξωτερική μορφή του κτιρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη. Η διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου έγινε βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις έγιναν στο ισόγειο του κτιρίου, όπου τρεις αίθουσες διαμορφώθηκαν σε χαρακτηριστικούς τύπους ναών της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου. Η κύρια είσοδος βρίσκεται ακόμη επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, μέσω πύλης, στην αψίδα της οποίας αναγράφεται η λέξη «ΙΛΙΣΣΙΑ». Αρχικά, το κτίριο χρησιμοποιούνταν για τη φιλοξενία των υπηρετών. Σήμερα, στεγάζει τα γραφεία, τη βιβλιοθήκη και το τμήμα ερευνών του μουσείου. Μόλις ο επισκέπτης διανύσει την πύλη οδηγείται σε ορθογώνια αυλή, η οποία οριοθετείται από τα παράπλευρα κτίρια του μεγάρου. Στο κέντρο της αυλής δεσπόζει μαρμάρινο σιντριβάνι και πρωτοχριστιανικό μωσαϊκό.
         Η συλλογή του μουσείου καταγράφει την εξέλιξη της τέχνης από την πρωτοχριστιανική περίοδο έως τη μεταβυζαντινή εποχή (4ος-19οςαι.). Οι συλλογές περιέχουν γλυπτά, έργα ζωγραφικής και μικρά στολίδια από την Ελλάδα και άλλα μέρη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο τμήμα της συλλογής του αποτελείται από περίπου 4.000 θρησκευτικά και κοσμικά τεχνήματα και στολίδια, ενώ η συλλογή των γλυπτών απαρτίζεται από περίπου 2.000 βυζαντινά και μεταβυζαντινά τεμάχια. Εξίσου σημαντική, αν και λιγότερο γνωστή, είναι η συλλογή των κεραμικών ειδών, η οποία αποτελείται από ευρήματα από ανασκαφές ή ναυάγια στην περιοχή της Μεγάλης Ελλάδας και του Φόστατ στην Αίγυπτο. Επιπροσθέτως, υπάρχουν πολυάριθμα υφάσματα και κοπτική ύλη, τα οποία δωρίθηκαν από τον Αντώνη Μπενάκη και καλύπτουν τους πρώτους 7 χριστιανικούς αιώνες. Τέλος, στα εκθέματα του μουσείου περιλαμβάνονται χειρόγραφα, τοιχογραφίες του 13ου και 14ου αιώνα, μωσαϊκά, ξυλόγλυπτα, τεχνήματα, χάλκινα έργα χαρακτικής, λιθογραφίες και αντίγραφα έργων ζωγραφικής από διάσημους Έλληνες.      

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
          Το Πολεμικό Μουσείο βρίσκεται στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με την οδό Ριζάρη, σε γήπεδο το οποίο άνηκε στη Δούκισσα της Πλακεντίας μέχρι το θάνατό της. Το μουσείο είχε διατεθεί από το 1916 για την οικοδόμηση κτιρίου το οποίο θα στέγαζε την Εθνική Πινακοθήκη, στην οποία τελικά παραχωρήθηκε το 1964 ο χώρος στον οποίο φιλοξενείται σήμερα. Η ίδια έκταση διεκδικούνταν και από πολλούς πολιτιστικούς οργανισμούς, ώστε να στεγαστούν εκεί οι δραστηριότητες και οι εκδηλώσεις τους. Στην ίδια τοποθεσία κατά τα χρόνια του Μεσοπολέμου υπήρχε στρατιωτική μονάδα. Η μονάδα αυτή υπέστη μεγάλες καταστροφές την περίοδο της δράσης του κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα, το 1935 και εγκαταλείφθηκε μετά από τον πόλεμο.
          Η ιδέα της δημιουργίας του μουσείου οφείλεται στη Διεύθυνση της Ιστορίας Στρατού, η οποία ζητήθηκε γύρω στο 1960. Τότε ο υποστράτηγος Στ.Δούκας κατέβαλε μεγαλειώδεις προσπάθειες για την υλοποίηση της πρότασης της παραπάνω Διεύθυνσης. Τελικά, το μουσείο ιδρύθηκε το 1975 βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Β.Αποστολιάδου και Ν.Σταμπολή. Η μελέτη και η εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών πραγματοποιήθηκε από την Τεχνική Υπηρεσία της Αεροπορίας. Σήμερα, το μουσείο είναι ένα από τα γνωστότερα κτίρια της πόλης εξαιτίας του ασυνήθιστου σχήματός του, μιας και ο πρώτος όροφος είναι μεγαλύτερος από το ισόγειο.
          Στο προκήπιο του μεγάρου και επί της οδού Ριζάρη, αριστερά της εισόδου, υπάρχει μαρμάρινη στήλη τετραγωνικής διατομής, η οποία φέρει στην κορυφή της πολεμικό κράνος. Στην κύρια όψη της χαράχτηκε επίμηκες αγγείο και η επιγραφή ΙΕΡΩΝ/ΙΕΡΟΚΛΟΣ/ΙΕΡΟΚΛΗΣ του Μιχ.Θεοδωρίδου. Δεξιά της εισόδου υπάρχει βάση και στο βάθος τοίχος χαμηλού ύψους για την τοποθέτηση από το Υπουργίο Πολιτισμού αγάλματος ή προτομής του Μακαρίου.    
         Σκοπός του Πολεμικού Μουσείου είναι η έκθεση πολεμικών κειμηλίων, η τεκμηρίωση και η μελέτη της πολεμικής ιστορίας του Ελληνικού Έθνους από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Στις αίθουσες του παρουσιάζεται η ιστορία της πολεμικής τέχνης των Ελλήνων από τους μυκηναϊκούς χρόνους έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα εκθέματα του μουσείου αποτελούνται από όπλα, πολεμικά όργανα, σημαίες, λάβαρα και σήματα, πολεμικά λάφυρα, εικόνες μαχών, αναπαραστάσεις και χάρτες ή διαγράμματα, αντικείμενα αγωνιστών, χειρόγραφα και πάσης φύσεως έγγραφα. Ακόμη, στεγάζει μία ενδιαφέρουσα συλλογή σχεδίων και ελαιογραφιών του Ουμβέρτου Αργυρού και της Θάλειας Φλωρά-Καραβία, με θέματα που αποτυπώνουν στιγμές των δύο παγκοσμίων πολέμων, καθώς και μια σειρά από προσωπογραφίες των ηρώων του 1821. Παράλληλα, περιλαμβάνει δύο σημαντικές περιουσίες: το τμήμα χαρτών και τη συλλογή όπλων του Π.Σάρογλου, μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου και τη μοναδική ελληνική καραμπίνα. Στους εξωτερικούς χώρους του Πολεμικού Μουσείου εκτίθενται όπλα και αεροσκάφη διαφόρων τύπων και εποχών.    

ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟΥ
          Το Πτωχοκομείο των Αθηνών ιδρύθηκε από την «Ελεήμονα Εταιρεία» και απέκτησε μόνιμη εγκατάσταση το 1876, χάρη σε σχετική δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με την οδό Πλουτάρχου. Το κτίριο του ιδρύματος πλέον δεν υπάρχει, αλλά διασώζεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος είχε οικοδομηθεί τότε στο εσωτερικό του περιβόλου του βάσει σχεδίων του Παναγιώτη Κάλκου. Στον Άγιο Νικόλαο Πτωχοκομείου εφαρμόζεται ο τύπος του σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού με το δυτικό του τμήμα επιμηκυμένο. Ο Κάλκος αναπαράγει μια σειρά από βυζαντινά μορφολογικά στοιχεία, όπως π.χ. τον αθηναϊκού τύπου τρούλο, τα δίλοβα και τρίλοβα σύνθετα παράθυρα, κ.ά. Διακοσμητικά επίσης στοιχεία, όπως οι πλίνθινες οδοντωτές ταινίες και ο λίθινος κοσμήτης στη βάση των παραθύρων του ισογείου, παραπέμπουν σε βυζαντινά πρότυπα. Όλα αυτά αναπτύσσονται στις ενιαίες αδιάρθρωτες επιφάνειες των τοίχων, όπου επικρατεί η εμφανής αργολιθοδομή, κατατάσσοντας έτσι τον ναό στον Νεοβυζαντινό ρυθμό.

ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΙΖΑΡΕΙΟΥ ΣΧΟΛΗΣ
          Η Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή ιδρύθηκε το 1841, με κληροδότημα των ομογενών επιχειρηματιών αδελφών Μάνθου και Γεώργιου Ριζάρη. Το κτίριο πλέον δεν υπάρχει, μιας και μεταφέρθηκε σε νέες εγκαταστάσεις το 1950, στο Χαλάνδρι, αλλά διασώζεται ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος είχε οικοδομηθεί στο εσωτερικό του περιβόλου του, το 1849, βάσει σχεδίων του δημοτικού αρχιτέκτονα Αρμόδιου Βλάχου. Και σε αυτόν τον ναό εφαρμόζεται ο ίδιος τύπου σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Ωστόσο, Ο Βλάχος κινείται σε άλλες κατευθύνσεις. Στο επίπεδο των μορφών εμφανίζονται δίλοβα και τρίλοβα παράθυρα, που υπενθυμίζουν τις βυζαντινές τους καταβολές. Απουσιάζει, όμως, ο πλίνθινος διάκοσμος. Στα ανοίγματα, η μορφή του δίλοβου παραθύρου διαμορφώνεται από γλυπτά μαρμάρινα μέλη. Μαρμάρινοι είναι και οι κοσμήτες, οι οποίοι περιτρέχουν το ναό στη μορφή της κλασικιστικής έμπνευσης κυματίων. Αναγεννησιακά είναι και τα διακοσμητικά θέματα που εμφανίζονται στα παράθυρα και στο μαρμάρινο θύρωμα της εισόδου. Οι εξωτερικές επιφάνειες του ναού είναι αρθρωμένες με τυφλά αψιδώματα στις κεραίες του σταυρού ή ορθογώνια πλαίσια στον τρούλο. Ο δυτικός Μεσαίωνας αντιπροσωπεύεται από τη σειρά των λομβαρδικών τοξυλίων κάτω από τα γείσα. Ο ναός αποτελεί τυπικό παράδειγμα μνημείου που, λόγω της μορφοπλαστικής του επεξεργασίας εντάσσεται στην τάση του Ελληνοβυζαντινισμού.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ HILTON
          Το εμβληματικό αυτό κτίριο βρίσκεται στη διασταύρωση της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας με τη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου. Το Χίλτον, σύμβολο κοινωνικής ευμάρειας και ορατής εμπλοκής του τόπου στο παγκόσμιο δίκτυο υψηλού τουρισμού, αναγνωρίζεται από όλους ως βασικό τοπόσημο για τόσα χρόνια χάρη στη μοντερνίζουσα αισθητική και τη μεγάλη κλίμακα.
          Ο χώρος όπου βρίσκεται το Χίλτον, καθώς και η διπλανή έκταση άνηκαν στον Μ.Πετράκη. Περίπου στις αρχές του Κ’ αιώνα, το δημόσιο περιέβαλε με τοίχο έκταση 20 στρεμμάτων για την εγκατάσταση της Εφορίας Υλικού Πολέμου. Στο ανατολικό τμήμα αυτής της έκτασης κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο. Μετά τη λήξη μιας δύσκολης περιόδου για την Ελλάδα παρατηρείται έντονη δραστηριότητα για την επούλωση των πληγών και την αναμόρφωση της πρωτεύουσας  και της υπόλοιπης χώρας. Τότε η «Ξενοδοχειακή Επιχείρηση Πεζά» ή «Όμιλος Πεζά» διαπραγματεύεται με την εταιρεία Χίλτον την ανέγερση ξενοδοχείου στην Αθήνα. Έπειτα από την ευόδωση των συνομιλιών ο «Όμιλος  Πεζά» υπέβαλε σχετική πρόταση στο Δημόσιο, επιλέγοντας τη σημερινή θέση του ξενοδοχείου. Το Δημόσιο προέβη στην απομάκρυνση της στρατιωτικής μονάδας και στην εκποίηση του γηπέδου για την ανέγερση του ξενοδοχείου “Hilton και για τη δημιουργία πλατείας.
          Στις 22 Απριλίου του 1957 υπογράφτηκε η σχετική συμφωνία μεταξύ του «Ομίλου Πεζά» και του αντιπροσώπου της εταιρείας Χίλτον. Τελικά, η οικοδόμηση του κτιρίου πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1958-1963 βάσει σχεδίων των αρχιτεκτόνων Εμμανουήλ Βουρέκα, Προκόπη Βασιλειάδη και Σπύρου Στάικου. Παράλληλα, οι μετοχές του «Ομίλου Πεζά», λόγω οικονομικής αδυναμίας περιέρχονται στην «Α.Ε. Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Η ΙΟΝΙΚΗ», θυγατρική εταιρεία της Ιονικής Τράπεζας. Η συνολική δαπάνη για την ανέγερση και ολοκλήρωση του ξενοδοχείου ανήλθε στο ποσό των 450.000.000 δραχμών ή των 15.000.000 δολαρίων. Σήμερα, το ξενοδοχείο Χίλτον διαθέτει εργατικό δυναμικό που ανέρχεται στους 550 με 650 υπαλλήλους.
          Γύρω στο 1960 το Χίλτον κατηγορήθηκε, τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους, ότι «βιάζει» το αττικό τοπίο και ανατρέπει την αισθητική αντίληψη του αθηναϊκού χώρου, και ας φέρει χαραγμένα πάνω του έργα ενός Μόραλη, και ας έχει τις υπογραφές σπουδαίων αρχιτεκτόνων.
          Ο τοίχος που βρίσκεται προς τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας είναι έργο του ζωγράφου-καθηγητή Ιωάννη Μόραλη. Στο έργο παριστάνονται εικόνες από την προχριστιανική ελληνική ιστορία.

1.      Πάνω και αριστερά διακρίνεται η θεά Αθηνά (κεφαλή), η οποία φέρει περικεφαλαία, ασπίδα και ακόντιο, το οποίο εκτείνεται προς τα κάτω. Δεξιά από την κεφαλή διακρίνεται αέτωμα, ίσως του Παρθενώνα, με το οποίο η θεά έχει άμεση σχέση.

2.      Κάτω από την πρώτη εικόνα και στο κέντρο βρίσκεται ο ήλιος του οποίου μερικές ακτίνες διαπερνούν ολόκληρο το σχέδιο. Στη συνέχεια, εικονίζονται δύο κανηφόροι κινούμενες προς το βωμό, στον οποίο βρίσκεται ο λίχνος.

3.      Τρεις αυλητρίδες φαίνεται να συνοδεύουν τις κανηφόρους, ενώ κάτω από  αυτές παριστάνεται ηνίοχος πάνω σε άρμα, ο οποίος πιθανόν φέρει το ξόανο της Αθηνάς.

4.      Τέλος, στη βάση διακρίνεται μια τριήρης.

Το παραπάνω σχέδιο υπονοεί τις παρεχόμενες από το ξενοδοχείο υπηρεσίες, όπως π.χ. οι κανηφόροι υποκρύπτουν τη σωστή εξυπηρέτηση των ενοίκων, κ.ά.
         Εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων, μεταξύ 2001-2003, έγινε συντήρηση του κτίσματος από τους αρχιτέκτονες Αλ.Τομπάζη και Χ.Μπουγαδέλλη και προστέθηκε μια νέα πτέρυγα 6 ορόφων. Η πλατεία που βρίσκεται απέναντι από το ξενοδοχείο στη διασταύρωση της Βασιλίσσης Σοφίας με τη Βασιλέως Κωνσταντίνου ονομάζεται Μεγάλης του Γένους Σχολής.

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
          Το Μέγαρο Μουσικής βρίσκεται επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, δίπλα στην Αμερικανική πρεσβεία και αποτελεί κορυφαίο γεγονός της μουσικής ιστορίας του τόπου μας. Η κτιριακή του αξία είναι πολύ μικρότερη αφού, παρά την πολυτέλεια και την τεχνολογική του αρτιότητα, δεν αποτελεί αρχιτεκτόνημα πνοής.
           Η έμπνευση για τη δημιουργία αυτού του ποτιστικού κέντρου προήλθε από τη μεγάλη αοιδό Αλεξάνδρα Τριάντη, ιδρύτρια του συλλόγου «Φίλοι της Μουσικής». Έτσι, ανατέθηκε η μελέτη του σημερινού Μεγάρου σε κορυφαίους Έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες και ειδικούς της ακουστικής. Ιδρυτικό μέλος του παραπάνω συλλόγου από το 1953, ο Χρήστος Λαμπράκης διαδέχτηκε το 1977 στην προεδρία την Αλεξάνδρα Τριάντη και κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για την πραγματοποίηση ενός από τα μεγαλύτερα και πλέον σύγχρονα Πολιτιστικά Κέντρα διεθνώς.
          Το 1956 το ελληνικό κράτος παραχώρησε το χώρο της ανέγερσής του. Το κτίριο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Βουρέκα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη οικονομική προσφορά για την ανέγερση του κτιρίου προήλθε από τον Δημήτρη Μητρόπουλο, ο οποίος πρόσφερε τα έσοδα από τις συναυλίες που έδωσε στην Αθήνα η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης υπό τη διεύθυνσή του.
          Οι μελέτες, καθώς και η κατασκευή του σκελετού του κτιρίου ολοκληρώθηκαν τη δεκαετία του 1970, όταν ο μεγάλος ευεργέτης και πρόεδρος του Ιδρύματος Δεκόζη-Βούρου, κος Λάμπρος Ευταξίας έδωσε την αναγκαία οικονομική υποστήριξη για την πλήρη χρηματοδότηση του έργου. Το 1981, μετά από μια περίοδο διακοπής των εργασιών, δημιουργήθηκε με τη συνεργασία του ελληνικού κράτους ένας νέος φορέας διοίκησης. Το ίδιο το ελληνικό κράτος συνέβαλε αποφασιστικά στην ολοκλήρωση της κατασκευής του έργου με σημαντικές επιχορηγήσεις. Ο νέος αυτός φορέας ονομάζεται Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και τον διοικούν από το 1981 έως και σήμερα εκπρόσωποι του συλλόγου «Φίλοι της Μουσικής» και του Ελληνικού Δημοσίου. Ο οργανισμός με πρόεδρο τον Χρήστο Λαμπράκη ανέλαβε την ευθύνη αποπεράτωσης των εργασιών και στη συνέχεια  τη λειτουργία του Μεγάρου.
           Το Μέγαρο Μουσικής εγκαινιάστηκε το 1991 από τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ.Καραμνλή. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε η Καμεράτα-Ορχήστρα των «Φίλων της Μουσικής» και στις 20 Μαρτίου ο ήχος της βιόλας του Γιούρι Μπασμέτ εγκαινίασε την αίθουσα των «Φίλων της Μουσικής». Το 2003, με την παρουσία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ρομάνο Πρόντι, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών άνοιξε τις πόρτες του Διεθνούς Συνεδριακού του Κέντρου. Το 2004 η περίφημη Φιλαρμονική του Βερολίνου, υπό τον σερ Σαίμον Ρατλ με σολίστ τον Λεωνίδα Καβάκο, ανοίγει για το φιλόμουσο κοινό την υπερσύγχρονη αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, ενώ με το ρεσιτάλ του διάσημου πιανίστα Πάουλ Μπαντούρα Σκόντα εγκαινιάζεται η αίθουσα Νίκος Σκαλώτας.
           Στα χρόνια που ακολούθησαν ολοκληρώθηκαν: οι νέες εγκαταστάσεις, στις οποίες στεγάζεται η Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη», νέες αίθουσες συνεδρίων και πολλαπλών χρήσεων, αίθουσες δεξιώσεων, εκθεσιακοί χώροι και ένας υπερσύγχρονος χώρος στάθμευσης. Στα δεκαοχτώ χρόνια της λειτουργία του, το Μέγαρο Μουσικής, υπό την έμπνευση και καθοδήγηση του προέδρου της ανέπτυξε μια πρωτοφανή πολιτιστική δραστηριότητα που κάλυψε τρεις σημαντικές κατευθύνσεις. Λειτούργησε ο σύνδεσμος ανάμεσα στις ελληνικές και τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές δυνάμεις, φέρνοντας στην Αθήνα μερικούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και συγκροτήματα της εποχής μας, αλλά και εξάγοντας πολιτισμό στην Ευρώπη και στον κόσμο. Ταυτόχρονα, επενδύοντας στο μέλλον, ξεδίπλωσε ένα φιλόδοξο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που έφερε τους νέους από όλη την Ελλάδα σε επαφή με τον κόσμο της μουσικής και του πολιτισμού. Στήριξε και στηρίζει με κάθε τρόπο την ελληνική παραδοσιακή και σύγχρονη δημιουργία.

ΟΙΚΙΑ ΒΟΓΛΗ
          Η οικία Βόγλη βρισκόταν στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 35. Ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά σπίτια της λεωφόρου, χτισμένη βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Χέλμη το 1900. Η οικία Βόγλη κατεδαφίστηκε το 1968.

VILLA MARGUERITE
           Η επονομαζόμενη Villa Marguerite αποκαλούνταν από τους παλιούς Αθηναίους «ο Πύργος της Μαργαρίτας». Το παραμυθένιο αυτό κτίσμα βρισκόταν στη συμβολή Βασιλίσσης Σοφίας και Μεσογείων και ήταν μια αρχιτεκτονική φαντασία σε ένα βαγκνερικό ύφος με κόκκινη πελεκητή πέτρα, κωνικό τρούλο και στέγες καλυμμένες από μολυβδόφυλλα. Ο κατάφυτος κήπος δημιουργούσε εξάψεις της φαντασίας. Την είχε σχεδιάσει Άγγλος αρχιτέκτονας κατά παραγγελία ενός ελληνοαμερικανικού επιχειρηματία. Το σπίτι, όμως, το αγόρασε ο Ευστάθιος Λάμψας, πλούσιος επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης του κεντρικού ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία». Παντρεμένος με τη Γαλλίδα Παλμύρας Παλφρονά, το ζευγάρι είχε μια θετή κόρη, τη Μαργαρίτα. Εξ ου και το όνομα της βίλλας, η οποία κατεδαφίστηκε λίγο πριν το 1970. Βοήθησε σε αυτό και ο νόμος της Χούντας (ΑΝ 395/68) «περί του ύψους των οικοδομών και ελευθέρας δομήσεως», ο οποίος αύξανε το συντελεστή δόμησης στο κέντρο της Πόλης.

ΑΛΛΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
ΜΕΓΑΡΟ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ


ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ  ΡΑΛΛΗ- ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ
ΟΙΚΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΘΕΟΛΟΓΗ
ΜΕΓΑΡΟ ΣΤΟΥΡΝΑΡΗ
ΟΙΚΙΑ ΣΥΡΙΩΤΗ-ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ
ΟΙΚΙΑ Π.ΚΑΛΛΙΓΑ
ΟΙΚΙΑ ΜΠΟΥΛΗ ΜΕΤΑΞΑ

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ

ΠΗΓΕΣ

v  http://el.wikipedia.org

v  http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=23539&subid=15676948

v  http://www.eie.gr/archaelogia/gr/arxeio.aspx

v  Παππάς Αθ. Αναστάσιος. «Ο Ιστορικός Ιλισσός και η περιλίσσια περιοχή», Αθηναϊκή Βιβλιοθήκη, σελ.33-52

v  Παππάς Αθ. Αναστάσιος, 1999, «Το Παγκράτι και τα περί τον Ιλισσόν κέντρα», Αθήνα, Αθηναϊκή Βιβλιοθήκη, σελ.73-74, 100-105, 114-117, 190-194

v  Περίπατος στην Αθήνα-Microsoft Office Power Point 97-2003 Slide Show

Δεν υπάρχουν σχόλια: