Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Από το ελληνικό αλφάβητο προέρχονται οι αριθμοί!



 Οι 10 «αραβικοί» αριθμοί που χρησιμοποιούμε σήμερα. Στο κέντρο η παλαιότερη γραφή τους και δεξιά τα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου σε διάφορες εκδοχές τους. Είναι φανερό ότι η εξέλιξη των ελληνικών γραμμάτων οδήγησε σταδιακά στους σημερινούς «αραβικούς» αριθμούς...


Έτσι, το 1 προέρχεται από το
Α (ως «κατάλοιπο» της πρωταρχικής γραφής αυτού του γράμματος), το Β είναι φανερά το ίδιο το 2 (αποτελούμενο κι αυτό από δύο επάλληλες καμπύλες), το Γ είναι το 3 (αρκεί κανείς να το δει ως μετεξέλιξη του μικρού «γ»), το Δ είναι το ίδιο το 4, το 5 συνιστά μετεξέλιξη του Ε, το 6 είναι σχεδόν 100% ίδιο με το χαμένο γράμμα «στίγμα» (ς) κτλ.


Είναι τοις πάσι γνωστό και αποδεκτό στους επιστημονικούς κύκλους η ιδιαίτερη αξία των μαθηματικών όχι απλά στην καθημερινή μας ζωή (όπου η αξία αυτή είναι εμφανέστατη), αλλά και σε όλη γενικά την αρμονία και την τάξη του σύμπαντος! Υπό μία έννοια στον υλικό-ορατό κόσμο ΤΑ ΠΑΝΤΑ είναι μαθηματικά, με την έννοια ότι όλα τα «χειροπιαστά» αντικείμενα υπάγονται σε αιώνιους «αόρατους» μαθηματικούς κανόνες, σε αριθμητικές δομές, χωρίς τα οποία τίθεται επί τάπητος ακόμα και η ίδια η ύπαρξη ή όχι της Δημιουργίας! Πράγματι λοιπόν ο Θεός είναι ο Μέγας Ποιητής και Γεωμέτρης, ένας ανώτερος νους που δημιούργησε το σύνολο των πραγμάτων με μαθηματική λογική, με αριθμητική κατασκευή. Μία υπέρτατη αλήθεια αποδεκτή από όλους τους μεγάλους επιστήμονες όλων των εποχών: από τον μεγάλο Έλληνα μύστη Πυθαγόρα έως και τον Βρετανό ερευνητή Roger Penrose…

Οι αριθμοί που παριστάνουν ο καθένας μία μαθηματική πραγματικότητα, έχοντας συγκεκριμένη «υπόσταση», αναφέρονται συχνά ως «αραβικοί». Αυτό στα πανεπιστήμια συμβαίνει ακριβώς για να γίνει σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στους αριθμούς που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας σήμερα (1, 2, 3, 4, 5 κτλ.) και τους λεγόμενους «λατινικούς» αριθμούς (I, II, III, IV, V κτλ.). Γίνεται επίσης σε αντιδιαστολή με το αρχαιοελληνικό σύστημα μέτρησης (α, β, γ, δ, ε, κτλ.), που απλά ακολουθούσε τη σειρά των γραμμάτων στο ελληνικό αλφάβητο και ταυτιζόταν μαζί τους. Αν όμως προσέξει κάποιος βαθύτερα και μελετήσει λίγο παραπάνω θα δει έκπληκτος ότι... οι «αραβικοί» αριθμοί που όλοι γνωρίζουμε δεν είναι παρά τα ίδια τα ελληνικά γράμματα! Πρόκειται για μία πραγματικότητα, η οποία – ενώ είναι εμφανώς μπροστά μας σε κάθε στιγμή! – παραμένει καλά κρυμμένη και σχεδόν «αόρατη»!...

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Καταρχάς οι αριθμοί των οποίων ευρεία χρήση κάνει σήμερα όλη η ανθρωπότητα θεωρούνται «φοινικικοί», ότι δηλ. δημιουργήθηκαν στη Μέση Ανατολή μιας προϊστορίας χαμένης μέσα στα βάθη του χρόνου και οφείλουν την ύπαρξή τους σε καθαρά εμπορικούς λόγους (λόγω των συχνών αναγκών των ναυτικών Φοινίκων να χρησιμοποιούν μονάδες μέτρησης). Βέβαια αυτή η θεωρία, έτσι όπως είναι δοσμένη, θυμίζει το αντιεπιστημονικό «δόγμα» του λεγόμενου «ινδοευρωπαϊσμού» - για την καταγωγή των γλωσσών – και δεν αντέχει καν σε σοβαρή κριτική... Κι αυτό διότι και πάλι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ κανένα απολύτως γραπτό μνημείο που να αποδεικνύει ότι «κάποιοι» Φοίνικες δημιούργησαν κάποτε τους σημερινούς «αραβικούς» αριθμούς! Και επιπρόσθετα αναρωτιέται κάποιος: πώς είναι δυνατόν οι Φοίνικες να εμπνεύστηκαν το αριθμητικό σύστημα και την ίδια ώρα να μην είχαν δημηιουργήσει καμία απολύτως επιστήμη, καμία φιλοσοφία, κανένα σοβαρό λατρευτικό σύστημα, κανέναν απολύτως πολιτισμό;... Είναι άραγε αυτό δυνατό; Αντέχει σε οποιαδήποτε ανθρώπινη λογική;...

Εμείς επαναλαμβάνουμε ότι οι έρευνές μας δεν εμπεριέχουν κανένα στοιχείο σωβινισμού, εθνικισμού ή φυλετισμού, ούτε και θέλουν να δείξουν κάποια βιολογική «ανωτερότητα» των Ελλήνων. Πιστεύουμε άλλωστε ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι παγκόσμιος και πανανθρώπινος, πλανητικός, συνεπώς για εμάς δεν τίθεται κανένα θέμα «υπεροχής» βασισμένης στο... αίμα! Εμμένουμε στη σημασία πρώτιστα του πνεύματος και όλα τα υπόλοιπα είναι για τις θεωρίες μας δευτερεύοντα!... Έτσι και στο μείζον θέμα της καταγωγής των αριθμών, έστω και αν δεχτούμε ότι τους έφτιαξαν οι Μεσανατολίτες Φοίνικες, και πάλι... ελληνικής προέλευσης είναι!!! Κι αυτό, εφόσον οι Φοίνικες (και, κατά συνέπεια, οι τωρινοί Εβραίοι και Άραβες) έχουν απώτερη ελληνική καταγωγή, ως απόγονοι των Κρητών αποίκων, που μετέφεραν στην Παλαιστίνη την αρχαία θρησκεία του Βήλιου Κρόνου (του μετέπειτα Βαάλ της προ της Παλαιάς Διαθήκης λατρείας)!... Αλλά αυτά όλα αποτελούν αντικείμενο άλλων άρθρων μας...

Ως γνωστόν, το αρχαιοελληνικό αλφάβητο αποτελείτο από 27 γράμματα (σήμερα έχουν «εκπέσει» τρία από αυτά και έτσι έχει 24 γράμματα). Πρώτος ο Πυθαγόρας, μέγας μαθηματικός και μύστης, εμπνεύστηκε το σημερινό λεγόμενο «θεσιακό σύστημα αρίθμησης», δηλ. με τα αριθμητικά σύμβολα να έχουν συγκεκριμένη σειρά –ή έστω, το εμπνεύστηκαν, αν όχι ο ίδιος ο μέγας Διδάσκαλος, οι μαθητές του, οι περίφημοι Πυθαγόρειοι. Πήραν λοιπόν αυτοί τα πρώτα εννέα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου και πάνω τους δόμησαν τη μορφή των σύγχρονων αριθμών.



Η λογική πίσω από τους αριθμούς! Ο σχηματισμός τους έχει να κάνει και με τις γωνίες από τις οποίες αυτοί συνίστανται!... Έτσι, το 1 έχει μία γωνία, το 2 δύο γωνίες, το 3 τρεις κ.ο.κ. Αλλά και το μηδέν (ως τέλειος κύκλος) δεν έχει... καμία γωνία!!! Εκπληκτική πραγματικά σύλληψη των σοφών αρχαίων προγόνων μας, οι οποίοι γνώριζαν για τον φυσικό κόσμο απείρως περισσότερα απ’ όσα γνωρίζουμε σήμερα εμείς, που έχουμε υποπέσει τελείως στην – κατά μαρξισμό-λενινισμό – «χυδαία ύλη» και το μόνο που «καταφέρνουμε» είναι να καταστρέφουμε το περιβάλλον του πλανήτη μέσω της ανεξέλεγκτης χρήσης της τεχνολογίας...



Ας δούμε λοιπόν έναν προς έναν τους 9 αυτούς αριθμούς (πάνω στους οποίους εξάλλου βασίζεται όλο το υπόλοιπο σύγχρονο αριθμητικό σύστημα, όπως οι δεκάδες, οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες κτλ.), καθώς και τον αριθμό 0.
[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: για την εξέλιξη των ελληνικών γραμμάτων-αριθμών, βλέπε και την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Βασίλη Κατσιαδράμη «Οι ΄΄αραβικοί αριθμοί΄΄ προήλθαν από το ελληνικόν αλφάβητον», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δαυλός», στο τεύχος 203, τον Νοέμβριο του 1998]

1. Είναι «προσομοίωση» του ίδιου του Α, ως εξής. Η μονάδα λογικό είναι να παρίσταται πάντοτε με τον πλέον απλό τρόπο (δηλ. με μία «σκέτη» γραμμή). Έτσι ακριβώς και το γράμμα Α θα πρέπει να ιδωθεί ως μία κατοπινή «καλλιτεχνική» εξέλιξη ενός πιο απλοϊκού προγενέστερου συμβόλου, εξάλλου η πρώιμη γραφή του ταιριάζει απόλυτα με τη σημερινή μορφολογία του αριθμού 1. Πρόκειται δηλ. για μία κεκλιμένη γραμμή με καμπύλο άγκιστρο στο άνω άκρο αντί μίας απλής γραμμής.

2. Ο αριθμός αυτός παλαιότερα έμοιαζε με τον σημερινό «3» (χωρίς βέβαια να είναι ο ίδιος), είχε δηλ. μία ακόμα μικρή «ουρά» από κάτω. Συνεπώς ήταν το ίδιο ουσιαστικά το γράμμα Β, αποτελούμενος από δύο επάλληλες καμπύλες.

3. Προέρχεται από μία σαφή μετεξέλιξη (και «στροφή» αριστερά 90 μοιρών...) του μικρού «γ» του ελληνικού αλφάβητου, που κι αυτό με τη σειρά του πρέπει να ιδωθεί ως «παραφθορά» με την πάροδο του χρόνου του μεγάλου Γ. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η ύπαρξη της πρόσθετης καμπύλης, σε σχέση με τον προηγούμενο αριθμό (το 2).

4. Εδώ είναι ολοφάνερη η σχέση του «αραβικού» αριθμού 4 με το ελληνικό γράμμα Δ. Είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα και αυτό αποδεικνύεται αν προεκταθούν ελαφρώς οι πλευρές του γράμματος κατά τη δεξιά κορυφή της βάσης του.

5. Αν προσεχθεί το σχήμα του αριθμού 5 είναι επίσης φανερός ο συσχετισμός του με το αρχαιοελληνικό γράμμα Ε. Απλά η πρώτη κάθετη γραμμή του Ε (ανάμεσα στις δύο οριζόντιες) έχει, με το πέρασμα του χρόνου, «μετατεθεί» ακριβώς απέναντι, ως «αντανάκλαση», κι έτσι προκύπτει το σημερινό 5.

6. Είναι αυτό το ίδιο το πανάρχαιο γράμμα – απωλεσθέν στην πορεία των αιώνων – «στίγμα» (Ϛ). Απλά το κάτω του μέρος απέκτησε, διαμέσου της ιστορικής διεργασίας, κυκλική μορφή κι έγινε ο σημερινός αριθμός 6.

7. Κι εδώ είναι πεντακάθαρη η άμεση προέλευση του αριθμού 7 από το ελληνικό γράμμα Ζ. Όμως στον αριθμό 7 η κάτω ευθεία γραμμή του Ζ είτε μετατέθηκε ψηλότερα (όπως το γράφουν αρκετοί) είτε σε ορισμένες «γραμματοσειρές» χάθηκε εντελώς...

8. Το αρχαίο Η μετεξελιγμένο ταυτίζεται 100% με τον σημερινό αριθμό 8. Άλλωστε η πρώιμη γραφή του γράμματος αυτού ήταν σχεδόν ο ίδιος ο αριθμός 8, αφού «έκλεινε» το γράμμα τόσο από πάνω όσο και από κάτω.

9. Ο αριθμός 9 δεν είναι παρά ένα ανοιχτό Θ (καλλιτεχνικά ακόμα και σήμερα γράφουμε «ϑ»!). Άρα και στην περίπτωση αυτή έχουμε πλήρη ταυτοποίηση...

Τέλος, αξίζει να κάνουμε αναφορά στον αριθμό 0, αν και είναι αμφίβολο κατά πόσο πρόκειται περί «απτού αριθμού» (0 = άπειρο!). Το πρωτοχρησιμοποίησε ο Έλληνας μαθηματικός Κλαύδιος Πτολεμαίος, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ., για να συμβολίσει το «τίποτα» ταυτισμένο όμως με την έννοια του απέραντου, του ατελείωτου... Πήρε λοιπόν το ελληνικό γράμμα Ο (όμικρον), το σύμβολο αυτό του «όλου» και το μετέτρεψε σε αρνητικής υφής αριθμό, που – κατά μία έννοια – ταυτίζεται με το ίδιο το σύμπαν ως χάος..

ΠΗΓΗ : elora.gr

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΔΕΝ ΠΥΡΠΟΛΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ


Η Αλεξάνδρεια, χτισμένη στην μεσογειακή παραλία της Αιγύπτου, κοντά στις εκβολές του Νείλου, ήταν άπο τις μεγαλύτερες πόλεις του αρχαίου κόσμου. Ιδρύθηκε άπο τον Μέγα Αλέξανδρο την άνοιξη του 331 π.Χ.

και για χίλια περίπου ετη, ώς το έτος 641 μ.Χ που κατακτήθηκε άπο τους Άραβες, υπήρξε η αδιαμφισβήτητη βασίλισσα της Μεσογείου, ή οποία ώς άειφεγγής φάρος σκόρπισε σε όλο τον κόσμο την υλική και την πνευματική της λάμψη. Για τον λό γο αυτόν δικαίως οί συγγραφείς την ώνόμαζαν
«Πρώτην», «Κορυφήν τών πόλεων», και «Ένδοξοτάτην».




Ή πόλη σύμφωνα μέ το σχέδιο του Αρχιτέκτονος Δεινοκράτους, είχε διαιρεθή σε πέντε συνοικίες, έκ τών οποίων ή σπουδαιότερη ήταν το «Βρούχιον». Ηταν η μεγαλύτερη συνοικία της Αλεξανδρείας, κατελάμβανε το ενα τρίτο της πόλεως, και περιελάμβανε τα πλέον πε ρίλαμπρα και έντυπωσιακώτερα κτή ρια, ανάμεσα στα όποια οι βασιλικοί κήποι, τα ανάκτορα και το «Μουσείον».

Το «Μουσείον» που αποτελούσε το σπουδαιότερο τμήμα των ανακτόρων, διέθετε πολλά διαμερίσματα και λει τουργούσε ώς ανώτατο πνευματικό ίδρυμα. Ήταν, δηλαδή, ενα ινστιτούτο έρεύνης μέ εργαστήρια, επιστημονικές συσκευές, αστεροσκοπεία αναγνωστήρια αίθουσες διδασκαλίας, διαλέξεων κλπ. Στον χώρο αυτό διέμεναν και εργάζονταν επιστήμονες καλλιτέχνες και γενικά άνθρωποι τών γραμμάτων και της τέχνης άπό τους οποίους γνωστό τεροι ήταν ο Ευκλείδης, ο Αρίσταρχος, ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο ιατρός Ηρόφιλος κ.λπ. Το σημαντικώτερο τμήμα του «Μουσείου» αποτελούσε η βιβλιοθήκη ή ονομαζόμενη «η εντός» η «του Βρουχίου» η «Βασιλική» η «του Μουσείου» γνωστή στο ευρύ κοινό, ώς «Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας».






Ή «Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας»




ύπηρξε ή κυριώτερη πνευματική εστία της ελληνιστικής έποχης και ή ιστορία της είναι συνυφασμένη με την προσπάθεια της διάδοσης, της συγκέντρωσης, και της φιλολογικής αποκατάστασης των λογοτεχνικών κειμένων της κλασσικής αρχαιότητος.

Ό Πτολεμαίος Α' ο επιλεγόμενος Σωτήρ, στα τελευταία χρόνια της εξουσίας του ίδρυσε στην Αλεξάνδρεια υ στέρα άπό προτροπή του Δημητρίου Φαληρέα το «Μουσείον» κεντρικό σημείο επιστημονικής έρευνας με την βι βλιοθήκη για την οποία υπολογίζεται οτι τοποθέτησε 200.000 τόμους. Ό διάδοχος του Πτολεμαίος Β', ό επιλεγόμενος Φιλάδελφος διπλασίασε τον αριθμό των βιβλίων της.

Στην μεγίστη άνθηση της έφτασε ή «Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας», όταν ό Πτολεμαίος ό Γ ό Ευεργέτης επιθυ μώντας να συγκέντρωση όλα τα βιβλία της άνθρωπότητος, ξόδεψε για τον εμπλουτισμό της τεράστια ποσά. Αναφέρεται μάλιστα ότι δανείστηκε από τους Αθηναίους τά επίσημα χειρόγραφα τών μεγάλων τραγικών, βάζοντας υποθήκη το τεράστιο ποσό τών 15 ταλάντων. Αρνήθηκε όμως να τα επιστρέψη προ τιμώντας να χάση το ενέχυρο. Ακόμα λένε οτι είχε δώσει εντολή να κατά σχωνται τα χειρόγραφα από τα πλοία που κατέπλεαν στην Αλεξάνδρεια δίδοντας στον ιδιοκτήτη ακριβές αντί γραφο. Μετά άπό αυτήν την δραστη ριότητα ή βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας περιελάμβανε 700.000, κατ' άλλους συγγραφείς 800.000 τόμους.




Για την τύχη αυτου του μεγάλου ιδρύματος και κυρίως του περιεχομένου του δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες. Ευλογα προκύπτουν τα ερωτήματα:
Πόσες όμως βιβλιοθήκες διέθετε η Αλεξάνδρεια;Σε ποια συνοικία ευρίσκοντο; Ποία ή τύχη τών βιβλιοθηκών και του περιεχομένου των;

Δύσκολα και ακανθώδη τα ερωτήματα πού θα προσπαθήσουμε να δώσουμε απάντηση. Αποδεδειγμένο όμως είναι οτι ή Αλεξάνδρεια διέθετε και δεύτερη βιβλιοθήκη, την ονομαζόμενη βιβλιοθήκη του «Σεραπείου» (επειδή ευρίσκετο πλησίον του ναου του Σεραπείου), ή λεγομένη και «ή εκτός» ή «Ρακωτίς», ονομασία που πήρε άπο το προάστιο οπού εστεγάζετο.'Οπωσδήποτε όμως ήταν πολύ μικρότερη από την βιβλιοθήκη του Μουσείου. Ή κορω νίδα, ο αειφεγγής φάρος, ή αιωνία φωτοδότης η βιβλιοθήκη του Βρουχιου που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως η «Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας».




Σήμερα αν ρωτήσουμε οποιονδήποτε Ελληνα για την τύχη της «Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας» θα μας πή οτι ή βιβλιοθήκη κατεστράφη εξ' ολοκλήρου και μάλιστα δυο φορές. Την πρώτη φορά άπο τον Ιουλιο Καί σαρα το 47 π.Χ και την δεύτερη άπο τους Άραβες όταν κατάκτησαν την Αλεξάνδρεια το 641 μ.Χ.

Τίθεται όμως το ερώτημα: "Οντως κατεστράφη ή βιβλιοθήκη ή μήπως η υποτιθέμενη πυρπόληση της είναι σατανικό επινόημα κάποιων διαβολικών κύκλων, οι οποίοι καρπώθηκαν την γνώση άπο τα διασκορπισθέντα (η κλεμμένα) βιβλία της βιβλιοθήκης και σήμερα παριστάνουν τους μεγάλους;
Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τις πήγες και θα προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποιες έστω ικανοποιητικές απαντήσεις.


ΚΑΥΣΙΣ ... ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΙΟΥΛΙΟ ΚΑΙΣΑΡΑ

Μερικοί υποστηρίξουν οτι ή μεγάλη καταστροφή της βιβλιοθήκης έγινε, το 47 π.Χ. όταν ο στόλος του Ιουλίου Καίσαρος πυρπολήθηκε μέσα στο λιμάνι της Αλεξανδρείας άπο τον στρα τηγό του Πτολεμαίου IΓ Άχιλλά, και η φωτιά μεταδόθηκε αρχικά στα ναυ πηγεία και μετά στα κτήρια της ξηράς, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το Μουσείο και ή βιβλιοθήκη να γίνη παρανάλωμα του πυρός. Κατ' άλλους ιστορικούς ο Ιούλιος Καίσαρ διέταξε τον εμπρησμό του Πτολεμαϊκου στόλου με τα ίδια αποτελέσματα.



Το γεγονός όπως και αν έτελέσθη, είναι πραγματικό η λόγω συγκεχυμένων ή φανταστικών πληροφοριών οί διάφοροι ιστορικοί κατέληξαν σε λανθασμένα συμπεράσματα;


Άς εξετάσουμε το θέμα.

Ό Ιούλιος Καίσαρ έκτος από μεγάλος στρατηγός ήταν και συγγραφέας. Στα ιστορικά συγγράμματα του Commentarii de bello Gallico (Απομνημονεύματα του Γαλατικου Πολέμου) και De Bello civilli (Περί του Εμφυλίου Πόλεμου), δεν αναφέρει καμμία πληροφορία για την υποτιθέμενη καύση της βιβλιοθήκης. Αντιθέτως μάλιστα εντυπωσιασμένος από την ωραιότητα του ρυμοτομικού σχεδίου και των κτηρίων της Αλεξανδρείας, αναφέρει, μεταξύ των άλλων οτι οί οικοδομές της Αλεξανδρειας είναι κατασκευασμένες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε δεν εγίνοντο εύκολα παρανάλωμα του πυρός. Αλλά και ό Ρωμαίος ιστορικός Ίρτιος που συμπλήρωσε το σύγγραμμα του Καίσαρος δεν αναφέρει τίποτε σχετικό με την υποτιθέμενη καύση της βιβλιοθήκης.

Ό πρώτος συγγραφεύς που αναφέρει την καύση της βιβλιοθήκης είναι ό Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος (ο όποιος μαζί με τον Τάκιτο και τον Σαλλούστιο αποτελούν την τριάδα των μεγάλων Ρωμαίων Ιστορικών), όταν ανέλαβε μετά το 29 π.Χ. νά συγγράψη την Ιστορία της Ρώμης μέχρι την εποχή του.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα άπο που άντλησε τις πληροφορίες αυτες ο Λίβιος Τίτος άφου ο ίδιος δεν ήλθε ποτέ στην Ελλάδα για συγκέντρωση πληροφοριών και στοιχείων, όπως συνήθιζαν μέχρι τότε να πράττουν οι λόγιοι Ρωμαίοι. Είναι αξιόπιστα τα στοιχεία που παραθέτει στην Ιστορία του, μιας και οι κρίνοντες το έργο του άπεφάνθησαν ότι ό Τίτος Λίβιος «στην επιθυμία του να γράψη μία ιστορία δεν πρόσεξε ούτε έλαβε διόλου υπ' όψιν του την αρχαιοδιφική έρευνα της εποχής του και των παλαιότερων γενεών. Ούτε παρέλαβε ή έκρινε σοβαρά τις διάφορες Ιστορίες που είχε στην διάθεση του, για να έπισημάνη τις αποκλίσεις τους».

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε οτι η Ρώμη άρχισε να έχη δικούς της (Ρωμαίους) ιστορικούς προς το τέλος του 3ου π.Χ αιώνα, οί οποίοι έμειναν γνωστοί στους συγχρόνους ιστορικούς ώς χρονογράφοι. Οί μόνες αξιόπιστες πληροφορίες που διέθεταν για να γράψουν περι της παλαιοτέρας ιστορίας της Ρώμης ήταν κατάλογοι αρχόντων και συνθήκες συμμαχίας. Κατά τα άλλα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν μυθολογία και προφορικές παραδόσεις. Ό Λίβιος βασίσθηκε στους χρονογράφους κι έτσι αν και τα έργα του είναι στο σύνολο τους αναξιόπιστα περιπτωσιακά εγκλείουν «ψήγματα» πληροφοριών που φαίνονται να αντανακλούν ακριβείς και γνήσιες παραδόσεις. Το καθήκον του σύγχρονου ιστορικού είναι να ξεχωρίση αυτά τα ψήγματα από τα θολά λασπόνερα εντός των οποιων κινούνται.

Και εδώ συμβαίνει το έξης κωμικοτραγικό. "Οταν ό Λίβιος Τίτος γραφή για τον υποτιθέμενο εμπρησμό της βιβλιοθήκης ο Ελλην Γεωγράφος Στράβων ευρίσκεται στην Αλεξάνδρεια βλέπει την βιβλιοθήκη εργάζεται σ' αυτήν και περιγράφει το μεγαλείο της!!!

Μετά άπό έναν αιώνα ό Ρωμαίος Σενέκας στο έργο του «De tranquillitate animi ix» αναφέρει την καύση της βιβλιοθήκης κάνοντας παραπομπή στην ιστορία του Τίτου Λίβιου. Δηλαδή αντιγράφει τα γραφόμενα του Λίβιου Τίτου χωρίς να έξετάση την βασιμότητα των γραφομένων.

Ό Ελλην ιστορικός Δίων ό Κάσσιος (155 μ.Χ-235 μ.Χ), (πλήρες όνομα Κάσιος Δίων Κοκκηϊανός,) ο οποιος έγραψε την Ρωμαϊκή Ιστορία ως το 229 π.Χ στην Ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιώντας ως πήγες τα απομνημονεύματα του Αύγουστου, του Αδριανού, του Τάκιτου και του Τίτου Λίβιου, αναφέρει οτι, όταν πυρπολήθηκε ό στάλος του Ιουλίου Καίσαρα στο λιμάνι της Αλεξανδρείας εκάησαν μόνον οι αποθήκες του λιμένος του σίτου και οι συλλογές τών βιβλίων που υπήρχαν εκεί για εξαγωγή. Το γεγονός αυτό φαντάζει ως το πλέον αληθινά, μιας και όλοι γνωρίζουν οτι ή Αλεξάνδρεια προμήθευε εις όλον τον κόσμο βιβλία πάπυρους και αντίγραφα βιβλίων.




Τον 2° αιώνα μ.Χ. ό Λατίνος γραμματικός Γέλλιος Αόλος στο σύγγραμμά του «Αττικές Νύχτες» αντιγράφοντας τους προηγούμενους, αναφέρει την πυρπόληση της βιβλιοθήκης, το ίδιο δε πράττει τον 4° αιώνα μ.Χ. και Ρωμαίος ιστορικός Αμμιανος Μαρκελλίνος (330 μ.Χ-395 μ.Χ.). Με λίγα λόγια δημιουργήθηκε μία βιβλιογραφία εκ του μηδενός. Από τους νεώτερους συγγραφείς ο τόμοι μιας και όπως αναφέρει, η βιβλιο θήκη κατεστράφη.



Οι ανιστόρητες εμμονές όλων αυτών που προσπαθούν να μας πείσουν ότι ή «Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας» κάηκε και μαζί μ' αύτην έσβησε το φω τοβόλο πνεύμα που βρισκόταν στα ρά φια της, ώδήγησαν την επιστημοσύνη του αειμνήστου Ακαδημαϊκού και πρώην Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρα τίας Μιχαήλ Στασινόπουλου να γράψη στην Εφημερίδα Καθημερινή:

«Ένα άπο τα σπουδαιότερα κοσμοϊστορικά γεγονότα είναι ή καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, που περιείχε το κυριώτερο υλικό απ'όσα είχε Θησαυρίσει η γνώση των σοφών της αρχαιότητος. Ωστόσο, ο Ιούλιος Καίσαρ δεν μνημονεύει το γεγονός στην ιστορία του. Οι ιστορικοί καταλήγουν να διαπιστώσουν το θλιβερό γεγονός άπο την χειρονομία του Αντωνίου να χαρίση αργότερα στην Κλεοπάτρα την βιβλιοθήκη της Περγάμου. Περίεργη σιωπή γύρω άπο ένα τέτοιο γεγονός. Στην κρίση ένος Ρωμαίου στρατηγού ή πυρπόλησις της βιβλιοθήκης είχε όλιγώτερη σημασία άπο τις μάχες και τις κατακτήσεις. Κι Ομως ό Καίσαρ ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος και επιπλέον ιστορικός».





Τί μας λέει ό αείμνηστος Ακαδημαϊκός; Ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί συμπέραναν οτι κάηκε η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας», άπό την χειρονομία του Αντωνίου να χαρίση στην Κλεοπάτρα την βιβλιοθήκη της Περγάμου!!!Άν είναι δυνατόν αυτό να θεωρηται επιστημονική σκέψη, κάτι που τονίζει ό Όσκαρ ντε Βερτχάϊμερ συγγραφέας του κλασσικού βιβλίου «Κλεοπάτρα», ο οποιος επισημαίνει το κενό πού υπάρχει για την πυρπόληση της βιβλιοθήκης και βεβαιώνει ότι: «ή τοποθέτηση και ή αιτία της καταστροφής μόνο με εικασίες και κατά τρόπο έμμεσο είναι δυνατόν να γίνη». Κι αυτό, φυσικά, αφήνει πολύ χώρο στην φαντασία και στην εφευρετικότητα των διαφόρων συγγραφέων που ασχολήθηκαν μέ το θέμα. Και πρέπει να ομολογήση κανείς οτι είναι πολύ ελκυστική ή έρευνα, τόσο για την αιτία δσο και για την χρονολόγηση της καταστροφής».

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε οτι καμμία αξιόπιστη πηγή δέν αναφέρεται στην καθολική καταστροφή της βιβλιοθήκης. Ή βιβλιοθήκη έμεινε ανέπαφη καθ' όλη την διάρκεια της πτολεμαϊκής εποχής και ο Ιούλιος Καίσαρ όχι μονό δεν ήταν υπεύθυνος για την υποτιθέμενη πυρπόληση της, αντιθέτως, εμπνεόμενος άπο το μεγαλείο της είχε την πρωτοβουλία να ίδρυση την πρώτη δημόσια βιβλιοθήκη στη Ρώμη. Δυστυχώς κάποιοι ανιστόρητοι ιστορικοί αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον δημιουργούν βιβλιογραφία, και χωρίς να ελέγξουν τις πηγές, από τις όποιες αντλούν τις πληροφορίες τους, καταλήγουν σε αυθαίρετα συμπεράσματα όπως αυτό, της χειρονομίας του Αντωνίου να προσφέρη στην Κλεοπάτρα ώς δώρο την βιβλιοθήκη της Περγάμου!!!



Άλλωστε ο Στράβων που διακρινόταν για τις βιβλιοφιλικές του ευαισθησίες επισκέφθηκε την βιβλιοθήκη μετά την αποχώρηση του Καίσαρα απο την Αλεξάνδρεια χωρίς να κάνη οποιοδήποτε σχόλιο που να υπαινίσσεται έστω κάποια περιπέτεια της συλλογής της.ΠΗΓΗ: περιοδικού "ΕΛΛΗΝΟΡΑΜΑ". www.wikipedia.org