Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΘΡΥΛΙΚΟΙ ΜΙΝΥΕΣ

Μινύες, ένα όνομα θρύλος, το όνομα ενός λαού δια τον oποίον ελάχιστα γνωρίζουμε, αν και οι ίδιοι μας άφησαν ακριβή κληρονομιά, πολλά από τα επιτεύγματα τους. Κανείς όμως, από τους αρχαίους ήδη χρόνους, δεν ήτο εις θέσιν να απαντήσει ασφαλώς στα ερωτήματα περί της καταγωγής των και περί της αρχικής των κοιτίδας...Κανείς ; ...Αυτό βέβαια είναι κάτι πολύ πρόσκαιρο ως σκέψη και κάτι σχετικό διότι όλα μαρτυρούν ότι οι Μινύες είναι ένα Ελληνικό φύλο το οποίο όπως και τα άλλα Ελληνικά φύλα, διαβίωσε, λειτούργησε και έζησε με τον ίδιο τρόπο και με τα ίδια ιδανικά όπως και τα υπόλοιπα .

Οι αρχαίοι ιστορικοί -Ηρόδοτος, Παυσανίας, Διόδωρος- θεωρούν ως κοιτίδα των Μινυών την περιοχή από τον βοιωτικό Ορχομενό έως και τις νότιες παρυφές της Θεσσαλικής πεδιάδας, περιοχή που ταυτίζεται, εν μέρει τουλάχιστον, με την Oμηρική Ελλάδα, την Φθία.
Ο Όμηρος στα έπη του αναφέρει τον βοιωτικό Ορχομενό, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη των Μινυών πριν από τα Τρωικά. Προσφάτως δε ανεκαλύφθησαν πινακίδες της Γραμμικής Β’, στις οποίες αναγράφεται το όνομα «Μενύας».
Η αρχαιολογική έρευνα όμως στην περιοχή του Βοιωτικού Ορχομενού απεκάλυψε ευρήματα της Νεολιθικής εποχής, ανάλογα με αυτά του Σέσκλου και του Διμηνίου. Βάσει πάντα της αρχαιολογικής έρευνας, ο Ορχομενός φαίνεται ότι κατοικείτο συνεχώς από την νεολιθική έως και την σύγχρονη εποχή, χωρίς διακοπές και διαλείμματα. Στην περίοδο μετά από την εκστρατεία των Επιγόνων και την πρόσδεση της Βοιωτίας στο Μυκηναϊκό άρμα και ο Ορχομενός εντάσσεται στο Μυκηναϊκό γεωπολιτικό σύστημα. Για αυτό αναφέρεται η συμμετοχή του στα Τρωικά, με 30 πλοία, στο πλαίσιο της «Βοιωτικής κοινοπολιτείας», στην οποία ήσαν εντεταγμένες όλες οι Βοιωτικές πόλεις πλην των Θηβών.

Τεφρή μινύεια κύλικα, 2000-1700 π.Χ. Θήβα.Είναι η περίοδος που οι Μινύες είναι εδώ. -Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών

Η Ιστορία όμως του γένους των Μινύων χάνεται στα βάθη του χρόνου και σχετίζεται, αρχικώς, περισσότερο με τον Θεσσαλικό νεολιθικό πολιτισμό, παρά με τον Βοιωτικό. Αυτό είναι εντελώς φυσιολογικό, εάν αναλογισθούμε ότι η Θεσσαλία ήτο η κοιτίς, ο πρώτος πολιτισμικός φάρος όλων των Ελλήνων.

Πήλινα αγγεία με εγχάρακτη διακόσμηση Διμηνιό Μαγνησίας 4800-4500 π.Χ. Ε.Α.Μ.

Από τον Ορχομενό, αναφέρει ο Στράβων, Μινύες έφθασαν στον Παγασητικό κόλπο και ίδρυσαν την Ιωλκό, η οποία, όμως, βάσει των τελευταίων αρχαιολογικών ερευνών ταυτίζεται με το Διμήνι!... Άρα, εφ’ όσον γνωρίζουμε περίπου το πότε ιδρύθηκε η πόλις του Διμηνίου, γνωρίζουμε και το πότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη εξάπλωση των Μινυών.
 Στα μέσα ή έστω στα τέλη λοιπόν της 5ης χιλιετίας π.Χ. οι Μινύες του Ορχομενού, στερούμενοι ενός καλού λιμένος στην Βοιωτία, εγκαταστάθηκαν στην Μαγνησία, στις παρυφές της μεγάλης Θεσσαλικής πεδιάδας.

Νεολιθικό ειδώλιο,-Πήλινο καθιστό ειδώλιο ανδρικής μορφής στον τύπο του «σκεπτόμενου», 3500-3200 π.Χ. Θήβα. Είναι  η περίοδος που οι Μινύες είναι εδώ - Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών
Οι λόγοι για την μετεγκατάστασή αυτή ήσαν καθαρά οικονομικοί και εσχετίζοντο τόσο με την απόκτησή ασφαλούς λιμένος, όσο και με την εκμετάλλευση της Θεσσαλικής πεδιάδας.

Π'ΗΛΙΝΑ ΓΥΝΑΙΚΕΊΑ ΕΙΔΏΛΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΣΕΣΚΛΟ 5800-5300 Π.Χ. ΕΘΝΙΚΌ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΌ ΜΟΥΣΈΙΟ 

 Μοιραία οι Μινύες του Διμηνίου θα ήλθαν σε σύγκρουση με τους κατοίκους του Σέσκλου για τον έλεγχο της πεδιάδας. Αυτό εξηγεί και την καταστροφή του Σέσκλου από έναν ακόμα εμφύλιο πόλεμο -φαινόμενο ενδημικό στην Αρχαία Ελλάδα.

Χάλκινες λόγχες Είναι η περίοδος που οι Μινύες είναι εδώ - Λόγχες δοράτων που βρέθηκαν στην αψιδωτή οικία του αρχαιολογικού χώρου του Μουσείου Θηβών 2.400 – 2.200 π.Χ., Θήβα. Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών.

Ακριβώς αυτή η κυριαρχία των Μινύων στην Θεσσαλική πεδιάδα θα τους προσδώσει πλούτη αμύθητα, τόσα ώστε αιώνες αργότερα να κάνουν τον Αχιλλέα να λέγει στον Αγαμέμνονα:
«ούδ’ ει μοι δεκάκις τε και εικοσάκις τόσα δοίη όσσα τε οι νυν εστί, και εϊ πόθεν άλλα γένοιτο, ούδ’ όσ’ ες Ορχομενόν ποτινίσεται, ούδ’ όσα Θήβας Αιγύπτιας, όθι πλείστα δόμοις εν κτήματα κείται…» (Ιλιάς, α.379-382).

Είναι η περίοδος που οι Μινύες είναι εδώ -Χρυσό δαχτυλίδι σε σχήμα άνθους, ως κτέρισμα ταφής.1700 – 1600 π.Χ., Ορχομενός. -Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών

 Τόσο ονομαστή ήταν για τον πλούτο της η πόλις των Μινύων. Ο μέγας Όμηρος πάντως στο συγκεκριμένο χωρίο μόνο τυχαία δεν συγκρίνει τον Ορχομενό με τας Θήβας της Αιγύπτου. Οι δύο πόλεις συνδέονται άμεσα, θα δούμε παρακάτω το πώς.

Τοιχογραφίες από το Ανάκτορον του Βοιωτικού Ορχομενού 
Οι αρχαίοι Ιστορικοί θεωρούν τους Μινύες φύλο Αιολικό, εφ’ όσον αντλούν την καταγωγή τους από τον Αίολο, τον υιό του Έλληνος, εγγονό του Δευκαλίωνος. Άρα οι Μινύες ήσαν φύλο Ελληνικό, αντλώντας την καταγωγή των από τον ίδιο τον Έλληνα, τον γενάρχη της φυλής μας.
Κακώς, κατά την άποψή μας αποδίδεται στους Μινύες Αιγυπτιακή καταγωγή. Δεν ήσαν οι Μινύες Αιγύπτιοι άποικοι στην Ελλάδα. Ήσαν οι ιδρυτές του Αιγυπτιακού βασιλείου Έλληνες! Κατά μία άποψη δε οι Μινύες σχετίζονται και με τους Μινωίτες της Κρήτης.

Μικρά ειδώλια ταύρων.2600 – 2400 π.Χ. Λιθαρές Βοιωτίας πρώιμος αστικός οικισμός στην Κεντρική Ελλάδα όπου βρέθηκε εργαστήριο κατεργασίας οψιδιανού βρίσκεται στην περιοχή μεταξύ Ορχομενού και Θηβών .Ταύρους συναντάμε και στους Μινωϊτες -Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών

Από πολύ νωρίς δε το κηδεστικό διάγραμμα των Μινυών συνδέθηκε με αυτό των Θεσσαλών, από την γενεά του Πηνειού. Ο ίδιος ο Μινύας, ο επώνυμος ήρως του λαού των Μινυών, ήτο εγγονός του Ποσειδώνος.

Χάλκινα εργαλεία, Είναι η περίοδος που οι Μινύες ήταν εδώ  ‘‘Θησαυρός‘‘ (συγκέντρωση) χάλκινων εργαλείων (πελέκεις, σμίλες) και το πιθάρι μέσα στο οποίο φυλάσσονταν.2.400 – 2.200 π.Χ., Θήβα.Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών

 Οι δε κόρες του Μινύος, Περικλυμένη, Αλκιμίδη και Φυγομάχη πανδρεύτηκαν τους Θεσσαλούς ήρωες Φέρη, Αίσονα και Πελία και εβασίλευσαν μαζί τους στις πόλεις Φερές, Αισονιάδα και Ίωλκό, αντιστοίχως. Έχουμε λοιπόν πλήρη ταύτισή των μυθολογικών και των φιλολογικών πηγών οι οποίες επαληθεύονται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, μέσω των οποίων τεκμηριώνεται η σύνδεσις Μινυών και Θεσσαλών.

Ο Ιάσονας παραδίδει το χρυσόµαλλο δέρας στον Πελία.

 Και όχι μόνο. Ευρήματα της λεγομένης Μινυακής κεραμικής ευρέθησαν στην Βόρεια Ελλάδα, αλλά και στην μικρασιατική Ελλάδα και κυρίως στην περιοχή γύρω από την Τροία. Έχοντας ως δεδομένο από τους αρχαίους συγγραφείς ότι η Λήμνος ήτο επίσης Μινυακή, δεν δυσκολευόμεθα να αναγνωρίσουμε και την ταυτότητα των Ελλήνων Τρωαδιτών.

 Επίπεδα κατασκευής της Τροίας χρονολογικά 
Τροία I (3000–2600)
Τροία II (2600–2250)
Τροία III (2250–2100)
Τροία IV (2100–1950)

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο Ορχομενός, η πρωτεύουσα του κράτους των Μινυών, αλλά και η μεγάλη τους αποικία, η Ιωλκός, ήσαν οι κυρίαρχες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος. Η παρακμή ήλθε σταδιακά εξ αιτίας των αδιάκοπων πολέμων των Μινύων κατά της ανερχομένης δυνάμεως του Βοιωτικού πεδίου, των Θηβών.

Χρυσά ελάσματα, Είναι η εποχή που οι Μινύες είναι εδώ -Χρυσός ρόδακας και χάντρες με φυτικά μοτίβα. 1700 – 1400 π.Χ., Ορχομενός.Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών 

 Οι περί του Ηρακλέους θρύλοι είναι άκρως διαφωτιστικοί στο σημείο αυτό, περί της ακμής των Μινυών, οι οποίοι είχαν καταστήσει φόρου υποτελή την πόλη των Θηβαίων και περί της ενάρξεως της παρακμής τους, κατόπιν της ήττας τους από τον Ηρακλή. Η ήττα αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ανεξαρτητοποίηση των Θηβών, οι οποίες εξελίχθησαν σε πρώτη δύναμη στην Βοιωτία.
Η κατάστασις μετεβλήθη υπέρ των Μινύων, μετά την υποταγή των Θηβών στην Μυκηναϊκή στρατιά των Επιγόνων -μία γενεά πριν από τα Τρωικά.
 Για τον λόγον αυτόν ο Ορχομενός εμφανίζεται στην Ιλιάδα να συμμετέχει στην Πανελλήνια εκστρατεία με 30 πλοία, έχοντας υπό την εξουσία του και την γειτονική πόλι Ασπληδώνα. Σε καμιά περίπτωση όμως ο Ορχομενός και οι Μινύες δεν ανέκτησαν την παλαιά αίγλη. Μετά δε τα Τρωικά, όταν η Μυκηναϊκή ισχύς ευρίσκετο υπό κατάρρευση, αι Θήβαι ανεστήθησαν και ο Ορχομενός περιέπεσε οριστικώς στην αφάνεια, στην σκιά της μεγάλης αντιπάλου πόλεως.


Όπως προαναφέρθηκε οι Μινύες ήσαν φύλο Αιολικό. Σύμφωνα με την «καθιερωμένη» άποψη οι Μινύες κατοικούσαν στην Θεσσαλία, από την οποία αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν, πιεζόμενοι από τους Θεσσαλούς, οι οποίοι κατήρχοντο από τον Βορρά. Η άποψη όμως αυτή δεν συνάδει με την μαρτυρία του Στράβωνος, ο όποιος αναφέρει ως κοιτίδα τους την βόρειο Βοιωτία, από την οποία οι Μινύες εκινήθησαν και αποίκησαν την Θεσσαλική Μαγνησία.


Όλοι δε οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν ως Μινύες τους κατοικούντες στον Παγασητικό, διαχωρίζοντας τους από τους λοιπούς Θεσσαλούς. Η χρονολόγησις βεβαίως όλων αυτών των γεγονότων δεν θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να γίνει με ασφάλεια.
Μόνον εμμέσως, βάσει πάντα των αρχαίων πηγών, αλλά και των αρχαιολογικών ευρημάτων, μπορούμε, παρακινδυνευμένα πάντα, να υποθέσουμε ότι ο Μινυακός λαός άρχισε να αναπτύσσει πολιτισμό από τα μέσα περίπου της 5ης χιλιετίας.


Στεατίτης .Και στις δύο όψεις αποδίδεται με πέντε εγχαράξεις ανθρώπινη μορφή...!!!..από το Διμήνι 5300-3300 π.Χ.

Η περιοχή του Ορχομενού καθίστατο εύφορη, αρδευόμενη από τα ύδατα του ποταμού Κηφισού , του Μέλα ,στους κλασσικούς χρόνους, σήμερα Μαυρονέρι), αλλά και από την λίμνη Κωπαΐδα.


Στην βορειοανατολική όχθη της λίμνης οι Μινύες ίδρυσαν -στο ύψος της σημερινής Λάρυμνας- την πόλη Κώπαι, από την οποία έλαβε και η λίμνη το όνομα της -προηγουμένως ονομάζετο Κηφισίς.
Η πόλις Κώπαι ,Κώπαι, πόλις Βοιωτική, αναφέρει ο Όμηρος, είχε διπλό λιμένα, έναν λιμναίο και έναν θαλάσσιο. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι οι Μινύες ήσαν ναυτικός λαός. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ίδιος ο Μινύας εθεωρείτο απόγονος του Ποσειδώνος.

Αι δέ Κώπαι άπο Κωπέως η Κωπεώνος ούτω καλούνται , υιού Όγχηστού. ταύτης ό πολίτης Κωπαΐτης. περ'ι αυτήν δέ και λίμνη μεγάλη Κωπαΐς, έν »; εγχέλεις άγαθαί. ταύτης φασι της λίμνης κείμενης πλησίον Αλιάρτου περίμετρος όγδοήκοντα καϊ τριακόσια στάδια" έκρυσις δέ αυτής ουδαμού φαίνεται, ώς ό γεωγράφος φησϊ , πλην τού χάσματος τού δεχόμενου τόν Κηφισσόν. είσβάλλουσι δέ, φησιν , εις αυτήν καϊ έτεροι ποταμοί δυο εκ τού Ελικώνος, εκειντο δέ α'ι Κώπαι προσάρκτιοι τΐι Κωπαΐδι λίμνη.
ό δ' αντος Ίστορών, ώς εν τοις εξής ρηθήσεται, τους Πλαταιεΐς άπο τΐ]ς δια τών πλατών κωπηλασίας,
λέγει Ότι καϊ α'ι Κώπαι τό αυτό ενδείκνυνται, άφ' ων ή Κωπαΐς λίμνη, πληρουμένη εκ τού Κηφισσον,
ής αυξομένης ώς κινδυνενειν *καταποθήναι τους Κωπαεΐς, άνοιχθέν χάσμα έδέξατο τόν ποταμόν" εϊτα εξέρριιξεν αυτόν άλλαχον. σχοπητέον δέ μή ποτε άχολοΰθως ταΐς Κώπαις και ταΐς Πλάταις καϊ
η Ελάτεια ώνόμασται ώς από τού έλάν , εξ ού σΰνθετον τό κωπηλατεΐν. έτεροι δέ ταύτα σαφέστερον 
φράζοντες φασϊν Ότι Κώπαι καϊ Κωπαΐς έκλήθησαν δια τάς κώπας, αίς έχρώντο ο'ι εγχώριοι προς
αλλήλους πλέοντες, δια τό άπολιμνωθήναι , φασι, τα εκεί. Όθεν καϊ ή εκεϊσέ που Πλάταια πόλις παρά τήν πλάτην, Ό δηλοΐ την κώπην' ώς γάρ φώκη Φώκαια, νίκη Νίκαια, ουτω πλάτη Πλάταια. ...

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΠΑΡΕΚΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ

Ο Στράβων επίσης αναφέρει ότι ο Ορχομενός ήτο μέλος της αρχαιότερης ναυτικής Αμφικτυονίας, στην οποία συμμετείχαν επίσης αι Αθήναι, αι Πρασιαί, η Αίγινα, η Επίδαυρος και η Ερμιόνη (Στράβων, VIII 6,11).

Οι Πηγές της Λάρυμνας -Από αρχαιοτάτων χρόνων η Λάρυμνα ήταν φόρου υποτελής στους Οπουντίους Λοκρούς. Από τα μέσα του 4ου π. Χ. αιώνα προσχώρησε οικειοθελώς στους τότε ισχυρούς Θηβαίους. Αρχαιότερη και ισχυρότερη της Λάρυμνας ήταν η ΄Ανω Λάρυμνα, κοντά στις εκβολές του Κηφισού ποταμού, η οποία κατά την Ρωμαιοκρατία, έχασε την αίγλη της. Η ακρόπολη της Άνω Λάρυμνας ήταν στη σημερινή θέση «Παζαράκι», όπου διακρίνονται ίχνη κυκλώπειων τειχών πάχους 2,40 μ. Τα αρχαιολογικά ευρήματα βεβαιώνουν ότι η τοποθεσία κατοικήθηκε κατά τη Νεολιθική εποχή. 

Στην δε περίοδο της ακμής του το κράτος των Μινυών εξετείνετο σε όλην την βόρειο Βοιωτία, την σημερινή Φθιώτιδα και την σημερινή Μαγνησία. Αι πόλεις Κορώνεια, Χαιρώνεια, Αλίαρτος, Λεβάδεια, Λάρυμνα, Ανθηδών, Κώπες, Ασπληδών, Ιωλκός, Φερραίς και Αισονιάς ευρίσκοντο όλες υπό το σκήπτρο του άνακτος του Ορχομενού. Ωστόσο η ενδυνάμωση και η ανάπτυξη του βασιλείου δεν έγινε από την μία στιγμή στην άλλη.

Η Λάρυμνα ήταν η ανατολικότερη πόλη της Οπουντίας Λοκρίδας στη θέση της σημερινής Λάρυμνας (Καστρί). Η συμβολή της στην ανάπτυξη του αρχαίου Ελληνικού κόσμου, λόγω της γεωγραφικής της θέσης υπήρξε σπουδαία. Πόλη εμπορική, πλούσια και καλά οχυρωμένη με τείχος χτισμένο με πολυγωνικούς και τετράγωνους ογκόλιθους. Άξια λόγου ήταν τα πολλά και μεγάλα οικοδομήματα με ιδιαίτερο οικοδόμημα τον ναό του Διονύσου με το άγαλμά του. Τη βόρεια πλευρά του λιμανιού της την ένωνε μια μεγάλη τρίτοξη γέφυρα με την απέναντι χερσόνησο. Το στόμιο του λιμανιού έκλεινε με αλυσίδα για να επισημαίνεται η πλημμυρίδα και η άμπωτη του Ευρίπου.

Είμεθα σε θέση να αναγνωρίσουμε δύο σημεία -σταθμούς, όσον αφορά στην ανάπτυξη του Μινυακού βασιλείου. Το πρώτο είναι αναμφιβόλως η ίδρυσις της αποικίας, της Ιωλκού, η οποία συνδέεται άμεσα και με την Αργοναυτική Εκστρατεία.

Ζωόμορφο ρυτό.2.600 – 2.000 π.Χ., Εύτρηση. Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών- Ο οικισμός της Εύτρησης της αρχαίας Βοιωτίας βρίσκεται κοντά στο δρόμο που οδηγούσε από τις Θεσπιές στις Πλαταιές. Ο αρχαιολογικός χώρος της Εύτρησης περιλαμβάνει οικιστικά ευρήματα από όλες τις φάσεις της προϊστορίας και ιστορίας. Οι ανασκαφές στο χώρο βεβαίωσαν πως η θέση κατοικήθηκε ήδη από τους νεολιθικούς χρόνους κατά τους οποίους ο οικισμός δεν ξεπερνούσε το επίπεδο του μικρού χωριού, ενώ η άνθιση της Εύτρησης σημειώθηκε κατά τους «πρωτοελλαδικούς» χρόνους, οπότε επετεύχθη και η μεγαλύτερη επέκτασή της υπολογιζόμενη σε 30 στρέμματα αστικού τοπίου 

Το δεύτερο όμως αφορά στην αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδος και την γεωργική εκμετάλλευση των νέων εκτάσεων γης.

Σπήλαια στην περίμετρο του οχυρού της Άρνης (Γλά) 

Μέχρι πρότινος οι μελετητές έκαναν λόγο για μία μόνο επιχείρηση αποξηράνσεως της λίμνης, κατά τους πρώιμους Μυκηναϊκούς χρόνους περί τα μέσα της 2ας χιλιετίας π.Χ. Βάσει νέων ερευνών όμως ο καθηγητής Θ. Σπυρόπουλος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η λίμνη είχε για πρώτη φορά αποξηραθεί στα τέλη της 4ης η στις αρχές της 3ης χιλιετίας, περί το 3100-2800 π.Χ..

Σχεδιάγραμμα κάτοψης της καταβόθρας ΜΠΙΝΙΑ (πηγή: Σιδερίδης, 1911)Το τοπωνύμιο Μπίνια πάντως, γραμμένο ως Binya (Σιδερίδης, 1911), παραπέμπει -και ορθογραφικά- στο όνομα του βασιλιά Μινύα-Η τεχνητή καταβόθρα Μπίνια διαθέτει δύο κλάδους (περιγραφή: Σιδερίδης 1911). Μπαίνοντας, η δεξιά πτέρυγα μετά από 40 μέτρα καταλήγει σε αδιαπέραστες ρωγμές. Η αριστερή, αποτελείται από δύο διόδους, η μία εκ των οποίων στα νότια, η άλλη στα βόρεια. Και οι δύο διάδρομοι ήταν χτισμένοι με πέτρινους τοίχους, ίχνη των οποίων διακρίνονται μέχρι σήμερα. Το νότιο σκέλος είναι αρκετά μεγάλο, αλλά καταλήγει σε κατολισθήσεις μετά από 70 μέτρα. Το βόρειο, προσβάσιμο για 100 μέτρα, είναι πιο στενό και υπέστη επίσης κατολισθήσεις στην είσοδο, ενώ στο εσωτερικό του η λάσπη και τα φυτικά υπολείμματα που έχουν συσσωρευτεί, εμποδίζουν τη συνέχεια.Ωστόσο, η γαλαρία της καταβόθρας φαίνεται να κατευθύνεται προς μια σειρά αρχαίων φρεάτων, τα οποία ορίζουν τη διεύθυνση της σήραγγας, που θα οδηγούσε το νερό στο Κεφαλάρι (πηγή).Η σήραγγα, ακολουθώντας τα χαμηλότερα σημεία του εδάφους , κατευθύνεται προς την περιοχή της Λάρυμνας. Από το πέρας του συνολικού μήκους της (2230 m), τα ύδατα θα μεταφέρονταν στον ομώνυμο κόλπο, μέσω του ρέματος που καταλήγει εκεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια διαδρομή (προσεγγιστικά) ακολουθεί και ο σύγχρονος δρόμος που οδηγεί από τον Άγιο Ιωάννη στη Λάρυμνα ενώ, πιθανότατα, το ίδιο συνέβαινε και με τον αρχαίο δρόμο.

Το καταπληκτικό αυτό έργο της αποξηράνσεως της λίμνης σε τόσο πρώιμους χρόνους το εξετέλεσαν οι Μινύες με εξαιρετική τεχνική.
Απομεινάρια του δε μπορεί ακόμα και σήμερα να διακρίνει ο επισκέπτης στην μεγάλη καταβόθρα της Κωπαΐδος, μεταξύ Λάρυμνας και Γλά.

Στην άλλοτε λίμνη της Κωπαϊδος περιμετρικά του Γλα

Οι Μινύες θεωρούνται όμως πρωτοπόροι στην κατασκευή τεχνικών έργων, όχι μόνο στις υπ’ αυτούς χώρες, αλλά και στην Πελοπόννησο. Μοιραία λοιπόν οι Μινύες και τα τεχνικά τους επιτεύγματα συνδέθηκαν και με τον Ηρακλή, έναν από τους Ιδαίους Δακτύλους, κατά τον Παυσανία (Βοιωτικά, 27). Ένα από τα έργα τους στην περιοχή της Αργολίδος φαίνεται να είναι και η περίφημος πυραμίς του Ελληνικού.


Σήραγγα Κεφαλαρίου ;ένα φρέαρ , κάτω και άνω όψη από την αρχαία περίοδο 

Φυσικά, κατά την καθιερωμένη άποψη, η πυραμίδα του Ελληνικού θεωρείται φρυκτωρία των ελληνιστικών χρόνων. Βάσει των αρχαιομετρικών όμως ερευνών του ακαδημαϊκού και πανεπιστημιακού καθηγητού Ι. Λυριντζή, η πυραμίς του Ελληνικού τοποθετείται χρονολογικώς στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. και είναι αρχαιότερα των Αιγυπτιακών πυραμίδων.

Μέρος του οχυρωματικού τείχους Μυκήνες 

Ο καθηγητής Ι. Λυριντζής, χρησιμοποιώντας την μέθοδο της θερμοφωταυγίας, έχει αναχρονολογήσει και τα κυκλώπεια τείχη των Μυκηνών τοποθετώντας τα χρονολογικώς επίσης στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Μυκήναι  η Πύλη των Λεόντων

Στο σημείο αυτό όμως θα ήτο σκόπιμο να επιχειρήσουμε μία σύντομο νοητή περιήγησή στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, εκεί γύρω στα μέσα της 4ης χιλιετίας, την περίοδο κατά την οποία η Ελλάς εισέρχεται στην εποχή του χαλκού. Την ίδια περίοδο η Αίγυπτος διανύει την προδυναστική της φάση και ο μέγας Κυκλαδικός και Μινωικός πολιτισμός δεν έχει ακόμα φθάσει στο απόγειο της λάμψεώς του.
Στο βόρειο Αιγαίο όμως, όπως και στην Θεσσαλία, έχουν ήδη ιδρυθεί πόλεις, η δε Πολιόχνη της Λήμνου έχει καταστεί, αναγνωρισμένα βάσει των ερευνών της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, μεταλλουργικό κέντρο της περιοχής. Είναι δε τόση η ακμή της, ώστε άποικοι από αυτήν θα ιδρύσουν, περί το 3200-3000, την Τροία.


Πλόας από την τοιχογραφία του Ανακτόρου στον Ορχομενό 

Στην νήσον του Ηφαίστου -δεν απεδόθη τυχαία στον θεό των μετάλλων- πραγματοποιείται η κατεργασία των μετάλλων, που φθάνουν από τον Εύξεινο Πόντο, μέσω των εμπορικών οδών που οι Μινύες Αργοναύτες είχαν ανοίξει.

Πλόας από την Φυλακωπή της Μήλου 
Εάν όμως ήδη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας η Λήμνος, για την οποία όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι αποικίστηκε από Μινύες κατά την διάρκεια της Αργοναυτικής Εκστρατείας, είχε καταστεί μεταλλουργικό κέντρο, πότε άραγε να επραγματοποιήθη η συγκεκριμένη εκστρατεία; Και τι αλήθεια εκφράζει ο μύθος του Φρίξου, της Έλλης και του Χρυσόμαλλου Δέρατος; Μήπως την πρώτη απόπειρα των Ελλήνων Μινυών να εξερευνήσουν ανεπιτυχώς τις άγνωστες θάλασσες του Πόντου και της Βαλτικής; Επίσης θα πρέπει να προβληματισθούμε σχετικώς με την συγκρότηση του Αιγυπτιακού βασιλείου, Ιδρυτής και πρώτος βασιλεύς του οποίου ήτο κάποιος Μιν (ή Μην, Μένες ή Μήνες στα αιγυπτιακά = Μηνάς – Μήνας), και η ημερομηνία ιδρύσεως του οποίου τοποθετείται στην κρίσιμη ακριβώς περίοδο του τέλους της 4ης χιλιετίας π.Χ.

Ο Μήνης ,ο ιδρυτής των δυναστειών της Αιγύπτου όπως αναφέρεται από τον Μανέθωνα Η ευρέως χρησιμοποιούμενη ονομασία Μήνη προέρχεται από τον Μανέθωνα , υπήρξε Αιγύπτιος ιστορικός και ιερέας που έζησε κατά τη διάρκεια της προ-Κοπτικής περιόδου του Πτολεμαϊκού Βασιλείου. Ο Μανέθων  σημείωσε το όνομα στα ελληνικά ως Μήνης. Μια εναλλακτική αναφορά από τους Έλληνες είναι Μιν  και αναφέρθηκε  τον πέμπτο αιώνα π.Χ. από τον ιστορικό Ηρόδοτο.

Την ίδια ακριβώς περίοδο, τυχαία (;), γεννάται και ο λαμπρός Σουμεριακός πολιτισμός στις εκβολές του Τίγρητος και του Εύφράτου.
Είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι Μινύες υπήρξαν, όπως όλοι οι Έλληνες, ναυτικοί άριστοι. Πέραν των φιλολογικών πηγών το ανωτέρω συμπέρασμα έρχεται να επιβεβαιώσει και η αρχαιολογική σκαπάνη, αφού έχουν ανακαλυφθεί πήλινα ομοιώματα πλοίων, ακόμα και στην δυτική Θεσσαλία, την τόσο απομεμακρυσμένη από την θάλασσα, της 5ης χιλιετίας π.Χ. και αν ο Οψιδιανός από την Μήλο, που ευρέθη στο σπήλαιο Φράγχθι, αποτελεί, σύμφωνα με ορισμένους, απλώς αμφίβολο ένδειξη, τότε οι παραστάσεις τριαντακοντόρων στα τηγανόσχημα σκεύη από τις Κυκλάδες -3η χιλιετία- οι βραχογραφίες νηοπομπής από τον Στρόφιλα της Άνδρου -4η χιλιετία π.Χ•- και οι βραχογραφίες του Παγγαίου με παράσταση κωπήλατου, Ιστιοφόρου πλοίου -5η χιλιετία π.Χ.- τι άραγε αποτελούν;

Χάραγμα πλόα από τον Ορχομενό Βοιωτίας 

Το ότι οι Έλληνες είχαν αναπτύξει από νωρίς την ναυτική τέχνη, κατασκευάζοντας πραγματικά πλοία και όχι παπυρένιες σχεδίες, τεκμηριώνεται λοιπόν από τα ευρήματα της Ελληνικής γης, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων κακόπιστων, Ελλήνων δυστυχώς.
 Φυσικά πρωτοπόροι στην ανάπτυξη της ναυτικής τεχνογνωσίας, σε κάθε επίπεδο, πρέπει να ήσαν οι παράκτιοι και οι νησιωτικοί πληθυσμοί.

Στρόφιλα της Άνδρου -Παράσταση πομπής πλοίων στον κεντρικό προμαχώνα

Στην περίοδο μεταξύ 4000-3500 π.Χ. όμως δεν έχουμε αποδείξεις υπάρξεως κρατικών μορφωμάτων στην νησιωτική χώρα, αντίθετα με την ηπειρωτική, όπου μεσουρανούσε το κράτος των Μινυών.
Έχουμε δει  ότι ήδη από την 6η χιλιετία π.Χ. είχε αναπτυχθεί στην Θεσσαλία ένας μεγάλος πολιτισμός, δημιούργημα του οποίου ήτο και η ίδρυσις της πρώτης πόλεως της Ευρώπης, του Σέσκλου.

Νεολιθικά ειδώλια Θεσσαλίας (6500-4500 π.Χ.)

Ο πολιτισμός αυτός εξελιχθείς και προϊόν του, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήτο το Διμήνι, το οποίο ταυτίζεται σήμερα με την Μινυακή Ιωλκό. Μπορούμε λοιπόν με ασφάλεια να ομιλούμε περί συγκροτήσεως ενός είδους έστω κρατικού μορφώματος, κάτω από ένα συγκροτημένο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων, με συγκεκριμένη πολιτική-θρήσκευτική εξουσία και ένα συγκεκριμένο δίκτυο υπηρεσιών.
Είναι λογικό ένα συγκροτημένο κράτος-βασίλειο να έχει μεγαλύτερες δυνατότητες αναπτύξεως από μία μεμονωμένη πόλη ή μία φυλή. Ένα βασίλειο έχει επίσης και διαφορετικές ανάγκες και υποχρεούται εκ των πραγμάτων να επενδύει στον τομέα της αμύνης αλλά και του εμπορίου. Το ήδη συγκροτημένο βασίλειο του Μινυακού Ορχομενού επιχείρησε την πρώτη, αποτυχημένη κατά τα φαινόμενα, επιχείρηση διανοίξεως των εμπορικών δρόμων μέσω του βορείου Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου (ταξίδι Φρίξου και Έλλης).
Οι Μινύες δεν φαίνεται ότι επιχείρησαν, άμεσα τουλάχιστον, να διεισδύσουν στο νότιο Αιγαίο, ίσως διότι εκεί υπήρχε το αντίπαλο δέος των Κυκλαδιτών και των Κρητών. Περί το έτος 3200 π.Χ. όμως έχουν ήδη αποικήσει την Λήμνο -Πολιόχνη- και την βορειοδυτική Μικρασιατική ακτή -Τρωάδα.

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΗΣ ΙΩΛΚΟΥ -Τον Ιανουάριο του 1958 ο τότε έφορος αρχαιοτήτων στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου Δ.Ρ. Θεοχάρης δημοσίευσε στο έγκυρο αμερικανικό περιοδικό Archeology τα αποτελέσματα μιας δοκιμαστικής ανασκαφής που είχε πραγματοποιήσει τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1956 στην Μυκηναϊκή Ιωλκό. Εύρημα από την ανασκαφή αυτή είναι και μία  ζωγραφική πλόα που χρονολογήθηκε περίπου το 1600 π.Χ.

 Άρα τότε περίπου πρέπει να πραγματοποιήθηκε και η Αργοναυτική Εκστρατεία και όχι στους Μυκηναϊκούς χρόνους, όπου πολλοί την τοποθετούν.
Έχοντας εγκατασταθεί σταθερά στα στενά του Ελλησπόντου και ελέγχοντας πλήρως τις εμπορικές οδούς, δια ξηράς και θαλάσσης (όπως μαρτυρεί η συμμετοχή ονομαστών Θρακών ηρώων στην Αργοναυτική Εκστρατεία), οι Μινύες ίδρυσαν μία ελληνική εμπορική αυτοκρατορία, η ζώνη επιρροής της οποίας εξετείνετο από την βόρειο Βοιωτία έως και την βορειοδυτική Μικρά Ασία.
Έτσι ετέθη και το πλαίσιο για την έκρηξη του Τρωικού Πολέμου αργότερα, όταν η αποικία Τροία, είχε αναλάβει τα ηνία της αυτοκρατορίας, υποσκελίζοντας τις μητροπόλεις Ορχομενό και Ιωλκό. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι Μινύες έφθασαν και ως την Αίγυπτο συντελώντας στην ίδρυση του Αιγυπτιακού κράτους και μεταφέροντας στους Αιγυπτίους το σεληνιακό ημερολόγιο, το όποιο αυτοί ως ναυτικοί είχαν επινοήσει.
 Για τον λόγο αυτό και ο πρώτος Αιγύπτιος Φαραώ ονομάζετο Μην (μήνας = χρονικό διάστημα από μία νέα σελήνη στην επομένη), όνομα που παρέμεινε ιερό στους Αιγυπτίους έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους (εξ ου και ο Άγιος της Εκκλησίας μας Μηνάς ο Αιγύπτιος).
 Ο συγκεκριμένος μάλιστα Φαραώ εδίδαξε στους Αιγυπτίους την τεχνική κατασκευής αρδευτικών έργων, με τα οποία ήλεγξαν τις πλημμύρες του Νείλου και κατόρθωσαν να αναπτύξουν την γεωργία.

Η ΟΡΟΦΉ ΤΟΥ ΤΆΦΟΥ ΤΟΥ ΜΙΝΥΑ  ΣΤΟΝ ΟΡΧΟΜΕΝΟ  Φ;ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΗΛΑΣ 

Έχοντας υπ’ όψη ότι οι Μινύες ήσαν οι πρώτοι οι οποίοι κατόρθωσαν να τιθασεύσουν την φύση, αποξηραίνοντας την λίμνη Κωπαΐδα, μπορούμε να υποθέσουμε ποιοι ήσαν και αυτοί οι οποίοι εδίδαξαν τους Αιγυπτίους και ενδεχομένως και τους Σουμερίους. Σύμφωνα πάντως με άλλη άποψη ο ιδρυτής του Αιγυπτιακού βασιλείου ήτο Μινωίτης.
Οι Μινύες φαίνεται ότι κάποια στιγμή σχετίσθηκαν και με τους Μινωΐτες -ενδεχομένως να συνέβη και το αντίθετο, αν και τα ευρήματα συνηγορούν υπέρ της πρώτης απόψεως.
 Ωστόσο υπάρχουν και ερευνητές, όπως ο Βρετανός αρχαιολόγος Πάρσον, οι οποίοι ταυτίζουν Μινύες και Μινωΐτες, θεωρώντας ότι επρόκειτο περί του ιδίου λαού, ο οποίος σταδιακά εξαπλώθηκε από την ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κρήτη, την Αίγυπτο και την Μεσοποταμία -την χώρα των Σουμερίων.
 Η άποψις αυτή συνάδει με την θεώρησή του Εβανς, ο οποίος τοποθετούσε την προανακτορική φάση του Μινωικού Πολιτισμού πριν από το 3200 π.Χ., δηλαδή στην κρίσιμη ακριβώς υπό εξέτασιν περίοδο.

Φιάλη, Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών-Μεγάλη φιάλη. 3500-3200 π.Χ., Θήβα. Είναι η περίοδος που οι Μινύες ήταν εδώ.
Εάν προσέξουμε την   ιδιαίτερη κομψότητα με την ελαφριά κλίση προς τα έξω του λεπτού χείλους τα δύο ώτα -λαβές δεξιά και αριστερά με επικόλληση  του μέλους εμφανές εξωτερικά  με μικρή οπή που δείχνει το μη λειτουργικό αλλά τοποθετημένο ως διακοσμητικό στοιχείο  και η λεπτή  βάση  με συμμετρική χρηστική διάμετρο για τόσο μεγάλο αγγείο ,είναι στοιχεία  υψηλής πολιτισμικής αξίας τεχνίτη 

Και πράγματι είναι εκπληκτικό το ότι περί τα τέλη της 4ης χιλιετίας παρατηρείται μία πολιτισμική έκρηξη σε ολόκληρη την Ανατολή, της οποίας όμως κανείς δεν μπορεί να εξήγηση τις αιτίες γενέσεως, οι οποίες φυσικά δεν συνδέονται με την λεγομένη έλευση των Ινδοευρωπαίων, που άλλωστε, ακόμα και αν για την οικονομία του λόγου δεχθούμε την ύπαρξή τους ούτε στην Αίγυπτο έφθασαν ούτε στην νότιο Μεσοποταμία.


Ειδώλιο γυναίκας, Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών Ελεφαντοστέινο ειδώλιο γυναίκας, κυκλαδικού τύπου, 2200-2000 π.Χ. Θήβα Είναι η περίοδος που οι Μινύες ήταν εδώ .Είναι γνωστό ότι οι ελέφαντες την εποχή αυτή δεν υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο .και το πιθανότερο είναι να ήρθε με μινυακά πλοία .

Στις χώρες αυτές θα μπορούσε να φθάσει μόνο ένας λαός, ο οποίος μπορούσε να εκμεταλλευθεί τον μεγαλύτερο εμπορικό δρόμο της εποχής, την θάλασσα. Μη περιοριζόμενοι όμως στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, θα μπορούσαν κάλλιστα να εκμεταλλευθούν και τις αντίστοιχες χερσαίες, που οι ίδιοι είχαν άλλωστε ανακαλύψει:
Η μία ξεκινούσε από την Τροία και είτε διασχίζοντας το υψίπεδο της Μικράς Ασίας, είτε ακολουθώντας την ακτογραμμή, κατέληγε στην Συρία, στην Αίγυπτο και στην Μεσοποταμία.

Κεφαλή Κυκλαδικού ειδωλίου Μίλητος Μικρά Ασία - Πρωτοκυκλαδική ΙΙ 2600-2300 π.Χ. 

Η άλλη ξεκινούσε από την Μίλητο (ένας από τους Αργοναύτες, ο Εργίνος, ήλθε από την Μίλητο, σύμφωνα με τα Ορφικά και τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, γεγονός που σημαίνει ότι η Μίλητος είχε ιδρυθεί πολύ παλαιά) και οδηγούσε στην Αίγυπτο και στην Μεσοποταμία.
Από αυτές τις οδούς κινήθηκε, βάσει του μύθου, ο Διόνυσος και οι ακόλουθοι του και έφθασαν έως την μακρινή Ινδία.
Τις ίδιες οδούς ακολούθησε αργότερα και ο Ηρακλής, σταθμεύοντας μόνον ενώπιον του απόρθητου οχυρού της Αόρνου Πέτρας. Από την αυτήν οδό εκινήθη και ο Ηρακλείδης Αλέξανδρος, για να φθάσει και αυτός στην Ινδία, καταλαμβάνοντας όμως την Άορνο Πέτρα.


Τα τεχνικά έργα των Μινυών
Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποδώσει στους Μινύες ένα πλήθος τεχνικών έργων (υδραυλικά έργα, κυκλώπεια τείχη), που προκαλούν μέχρι σήμερα τον θαυμασμό μας. Το υψηλότατο επίπεδο τεχνογνωσίας δε εις το οποίον είχαν φθάσει, εντυπωσιάζει και τους πλέον προοδευτικούς τεχνοκράτες. Οι αρχαίοι Έλληνες ίσως γι’ αυτό να είχαν αποδώσει στον ημίθεο Ηρακλή τα έργα αυτά, καθώς και όλες τις φυσικές καταβόθρες, θεωρώντας τις κι αυτές έργα του υπεράνθρωπου ήρωος. Κατά την κρίσι τους μόνον ένας ισόθεος μπορούσε να κατασκευάσει ανάλογα έργα.

Η Μεγάλη Καταβόθρα ,του Ηρακλέους, στο Νέο Κόκκινο, την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι Μινύες για την αποξήρανση της Κωπαΐδας - Φ:ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΗΛΑΣ -   Σύμφωνα με το μύθο, υπεύθυνος για το τέλος της κυριαρχίας των Μινύων στην περιοχή γύρω από τη λεκάνη της Κωπαΐδας ήταν ο Ηρακλής. Ο αρχαίος ήρωας φέρεται να έφραξε με ένα πελώριο βράχο την σημαντικότερη καταβόθρα που εξυπηρετούσε την αποξήρανση της λίμνης, με αποτέλεσμα αυτή να πλημμυρίσει ξανά και οι Μινύες να χάσουν το πιο εύφορο κομμάτι της γης τους. Το κίνητρό του, βάσει της μυθολογίας πάντα, ήταν να απελευθερώσει τους φόρου υποτελείς Θηβαίους. Λόγω της παραπάνω ιστορίας, η καταβόθρα με το μεγαλύτερο άνοιγμα (20x30m), η οποία βρίσκεται δίπλα στον οικισμό Άγιος Ιωάννης (πρώην Νέο Κόκκινο) στα βορειοανατολικά της λεκάνης, λέγεται εκτός από «Μεγάλη Καταβόθρα» και «Καταβόθρα του Ηρακλή»- Μέσω της Μεγάλης Καταβόθρας, τα οδηγούμενα σε αυτή νερά του Μέλανα ποταμού κατέληγαν στον όρμο Σκροπονέρια νότια της Λάρυμνας, που απέχει 6 περίπου χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή από την είσοδό της. Σήμερα η καταβόθρα εξακολουθεί εν μέρει να λειτουργεί, καθώς το νερό μπορεί να διέρχεται μέσα από τα πετρώματα, παρ’ όλο που η υπόγεια διαδρομή προς τη θάλασσα δεν είναι πια προσβάσιμη. Η συνέχειά της έχει αποφραχθεί στα 80 m από την είσοδο, από έναν τεράστιο σωρό από μπάζα (εκτιμάται όγκος 20.000 m3) που προήλθε από κατολίσθηση κατά την κατασκευή του οικισμού (Νέο Κόκκινο) που δημιουργήθηκε από την μεταλλευτική εταιρία ΛΑΡΚΟ κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’60.

 Το 1944, ο Χρήστος Θ. Πανάγος ομίλησε πρώτος στην διδακτορική του διατριβή για τα υδραυλικά έργα των Μινυών στον αρχαίο Πειραιά. Ο ίδιος μάλιστα αναγνώριζε ως πρώτο σημείο αφίξεως των Μινυών στην Αττική τον Πειραιά.
Κατά τον Χ. Θ. Πανάγο, ο τότε βασιλεύς των Αθηνών Μούνιχος τους παρεχώρησε ως κατοικία μία περιοχή του Πειραιώς, την οποία ονόμασαν προς τιμήν του Μουνιχίαν ή Μουνίχιον. Κατά την διάρκεια της εκεί παραμονής τους λοιπόν οι Μινύες κατασκεύασαν ένα εκπληκτικό δίκτυο υδραυλικών έργων.
Σε αυτούς απέδωσε ο συγγραφεύς την «Σπηλιά της Αρετούσας», διάφορους υπογείους οικήσεις σε βράχους και το σπουδαιότερο εξ όλων των μνημείων, το «Σηράγγιον» ή την «Σπηλιά του Παρασκευά», όπως ήταν κάποτε γνωστή, στην απότομη βραχώδη πλευρά της Καστέλλας.
Η έρευνα απέδειξε ότι η υπόγειος στοά του Σηραγγίου εισχωρεί σε βάθος 12 μέτρων εντός του βράχου της περιοχής και διέρχεται κάτω από την Λεωφόρο Φαλήρου. Στο βάθος δε της σπηλαιώδους αυτής στοάς είχαν ανακαλυφθεί τότε πανάρχαιοι τάφοι με ένα φρέαρ (πηγάδι) στο πρόσθιο μέρος. Γράφει χαρακτηριστικά ο Πανάγος: «πλησίον της κορυφής του λόφου της Μουνιχίας και προς την Δυτική πλευρά υπάρχει ευρύχωρο όρυγμα με κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά.

Η στοά του Σπηλαίου εισχωρεί 12 μέτρα μέσα στο βράχο, κάτω από τη λεωφόρο Φαλήρου (Βασ. Παύλου), όπου βρίσκονται και δύο άρχαίοι τάφοι. Πιθανώτατα ήταν ιερό, αφιερωμένο στον τοπικό ήρωα Σήραγγο. Μέσα στο σπήλαιο βρέθηκε και ο βωμός του Αποτρόπαιου Απόλλωνα.Η αίθουσα έχει κυκλικό σχήμα και κοσμείται με διάφορα ψηφιδωτά. Το σπήλαιο αυτό είχε πολλά υπόγεια διαμερίσματα, κατασκευασμένα με δεξιοτεχνία. Στις δυό πλευρές της εισόδου του, υπάρχουν δύο ψηφιδωτά το ένα αναπαριστά την Σκύλλα και το άλλο έναν νέο σε τέθριππο άρμα, που κατά τον Ι. Δραγάτση είναι ο ήρωας Σήραγγος. Τα σωζώμενα μωσαϊκά αποδεικνύουν πως ο χώρος είχε υποστεί μετατροπές στη Ρωμαϊκή περίοδο. Από τον Ισαϊο μαθαίνουμε, πως το Σηράγγιο κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. ανήκε στον Ευκτήμονα που το πούλησε στους Αντιφάνη και Αριστόλοχο αντί 3.000 δραχμών.Στους αρχαίους χρόνους δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε ως «Ασκληπιείο» και ως «Πορφυρείο», για την κατεργασία των πορφυρούχων κοχυλιών που αφθονούσαν στην Πειραϊκή ακτή. Αργότερα στους Ρωμαϊκούς χρόνους το Σηράγγιο λειτούργησε ως δημόσιο λουτρό και τότε κατασκευάστηκαν τα δύο ψηφιδωτά, που υπήρχαν εκεί κι εξαφανίστηκαν στην περίοδο 1967 – 1974.www.koutouzis.gr/

Επάνω στον βράχο υπάρχουν 165 βαθμίδες, που δημιουργούν κλίμακα. Κάτω από την κλίμακα και σε βάθος 65μ. υδραγωγοί σωλήνες οριζοντίως, περιέργως επικοινωνούντες δια ρωγμών προς τα επάνω της ακροπόλεως είχαν σχετισθεί από τον αείμνηστο αρχαιολόγο Ι. Ραγκαβή με τα αρχαιότατα έργα των επί της Μουνιχίας Μινυών.
Ο δε Γ. Ζαννέτος αναφέρει ότι η επί της μεσημβρινοδυτικής κορυφής του λόφου της Μουνιχίας αναδρομικής σήραγξ… ήτις ήτο πανάρχαιος τάφος των Μινυών, ως εν Ναυπλία κατά την βορειοανατολικήν κλιτύν του Παλαμηδίου (Στράβων, 11, 369), η όπερ πιθανώτερον εχρησίμευε προς συναγωγήν ύδατος, ως και αι άλλαι περί την Μουνιχίαν δεξαμεναί. Εις τούτο πείθει ημάς και το επί της κορυφής του λόφου στόμιον της σήραγγας, όπερ ασφαλώς είναι κεκλεισμένον».

Οι αρχαιολογικές έρευνες, που έγιναν στην περιοχή κατά τα έτη 1868-1869 και 1897, απέδειξαν πράγματι την ύπαρξη υδραυλικών έργων με κατεύθυνση προς τους πανάρχαιους συνοικισμούς γύρω από τον λιμένα Μουνιχία. Δυστυχώς η έρευνα δεν οδήγησε σε σαφέστερα συμπεράσματα σχετικώς με το μέρος στο οποίο οδηγούσε το όρυγμα αυτό.
Η λαϊκή παράδοσις όμως αναφέρει ότι το σπήλαιο αυτό ήτο η κατοικία μιας πριγκηπίσσης, της Αρετούσας, από την οποία έλαβε και το όνομα της η σπηλιά. Η πριγκίπισσα χρησιμοποιούσε το όρυγμα για να επικοινωνεί κρυφά με τον αγαπημένο της, που ευρίσκετο στην ακρόπολή της Μουνιχίας.
Ανάλογος παράδοσις σώζεται και στην Νάξο, αυτήν την φορά για την ύπαρξή μιας μυστικής σήραγγας μέσω της οποίας διέφευγε κρυφά ο βασιλεύς σε περίπτωση κινδύνου, ή άλλοτε η Αριάδνη, η πριγκίπισσα της λαϊκής παραδόσεως των εντοπίων.
 Πριν από λίγα χρόνια η ανακάλυψη ενός φρέατος στην ρίζα του κάστρου του Σανούδου έκανε την λαϊκή φαντασία να καλπάσει. Ήτο όμως ένα από τα πολλά φρέατα, τα όποια οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος, οι Μινύες, κατασκεύασαν στα σημεία απ’ όπου διέβησαν.
Ανάλογες παραδόσεις άλλωστε διασώζονται σε πολλές περιοχές της Ελλάδος. Τα σπηλαιώδη αυτά ορύγματα είχαν αποδώσει οι Ευρωπαίοι επιστήμονες Lecke, Dodwell, Milchhbffer και Hirschfeld, βάσει των περιγραφών του Στράβωνος (IX, 395), στους Μινύες, θεωρώντας τα έργα υδρεύσεως της προϊστορικής περιόδου του Πειραιώς.

Αν και τα Μινυακά αυτά έργα του Πειραιώς δεν είναι τόσο γνωστά, η παράδοση αναγνωρίζει μέχρι σήμερα το χέρι των Μινυών και του Ηρακλέους στα αρδευτικά-αποστραγγιστικά έργα της Κωπαΐδος. Οι Μυκηναίοι, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, απλώς τους αντέγραψαν στις υδραυλικές μυστικές εγκαταστάσεις (σήραγγες) των ανακτόρων τους.
 Μέσα στα πλαίσια λοιπόν της ερεύνης μας για την συγγραφή του θέματος συνοδεία της αρχαιολόγου Ε.Λ. Μπουρδάκου- επισκεφθήκαμε την περιοχή του «Ελληνικού», όπου γίναμε μάρτυρες ενός ακόμη κολοσσιαίου Μινυακού έργου που μοιάζει ν’ αλλάζει όχι μόνον την καθιερωμένη χρονολογική διάταξη της προϊστορίας, αλλά και την ίδια την χρονολόγησή της «πυραμίδας του Ελληνικού».

Η Ζωοδόχος Πηγή το 1930 με τα ορμητικά νερά του Ερασίνου ποταμού να αναβλύζουν  Φ :Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Τύχη αγαθή πραγματικά φύλαξε για μας αυτήν την ανακάλυψη καθώς πλήθος ερευνητών και επισκεπτών φαίνεται ότι προσπέρασαν βιαστικά ένα εκ των μεγίστων αρχαιολογικών μνημείων. Σε μικρή σχετικά απόσταση από την πυραμίδα ευρίσκεται η θαυματουργή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.

Το ίδιο το όνομα δεν εδόθη τυχαία στην εκκλησία. Επισκεπτόμενοι το εσωτερικό του βράχου, όπου ευρίσκεται και ο ναός, διαπιστώσαμε ότι η πραγματική αιτία δημιουργίας της σπηλιάς ήταν τα θαυμαστά έργα, τα όποια η παράδοσις αποδίδει στους Μινύες.

Ο περιβάλλον χώρος της Ζωοδόχου Πηγής -Σήμερα μέρος του νερού, ενισχυόμενο και με τα νερά του Ποντίνου, διοχετεύεται στην ύδρευση του Άργους. Παλιότερα περνούσε μέσα σε χτιστό αγωγό. Στους πρόποδες της Λυκώνης σώζονται ίχνη του κατασκευασμένου από τον Αδριανό υδραγωγείου, που μετέφερε νερά του Ερασίνου στο Άργος. Στην ουσία ο Ερασίνος, είναι μαζί με την Αμυμώνη και τον Ποντίνο οι μόνοι ποταμοί της Α. Πελοποννήσου, με διαρκή ρου σ’ όλη την, μικρή έστω, διαδρομή τους, που φέρνουν τα νερά τους ακόμη και το καλοκαίρι στη θάλασσα. Το πιθανότερο είναι να τροφοδοτούνται από την ίδια ορεινή δεξαμενή, η οποία αδειάζει σε τρία σημεία. Ο Ερασίνος είναι ένα όμορφο ποταμάκι μήκους 5χλμ. με στενή κοίτη, γεμάτη νερό τον περισσότερο καιρό, με πλούσια βλάστηση στις όχθες, που περνώντας δίπλα και μέσα από καμάρες κάτω από τα σπίτια του χωριού και διανύοντας πεδινή διαδρομή, χύνεται πολύ κοντά στις εκβολές του Ινάχου, νοτιοδυτικά του αρχαίου και του σημερινού Τημένιου. To καλοκαίρι το νερό εκτρέπεται σε αυλάκια, ώστε η γόνιμη κοίτη να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια.
Σε έναν δαιδαλώδες σχηματισμό του βράχου συνυπάρχουν μια δεύτερη «μεγάλη καταβόθρα», αντίστοιχη μ’ αυτήν της Κωπαΐδος, και μια μυστική σήραγγα, αντίστοιχη της Τίρυνθος ή των Μυκηνών. Η αρμονική διάταξη και επικοινωνία των μεγίστων αυτών υδραυλικών έργων υποδεικνύει ότι το Μινυακό θαύμα της «μεγάλης καταβόθρας» είναι σύγχρονο με την «Μυκηναϊκή σήραγγα». Τα δύο έργα υποδηλούν συνύπαρξη Μινυών/ Μινωϊτών- Μυκηναίων, διαψεύδοντας όλους εκείνους που διακρίνουν διαφορετικούς λαούς.

ΕΚΑΝΑΝ ΕΚΤΡΟΠΕΣ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΝΩΙΤΕΣ
Οι Μινωίτες είχαν κατασκευάσει ένα μεγάλο εγγειοβελτιωτικό έργο 
στις «Χοιρόμανδρες» Ζάκρου του Ν. Λασιθίου Κρήτης, όπως αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη.

Εργα εγγειοβελτιωτικά των Μινωιτών και ένα φυλάκιο ελέγχου του οδικού δικτύου έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στις «Χοιρόμανδρες» Ζάκρου

Πρόκειται για ένα σύστημα διευθέτησης της ροής των υδάτων, που περιλαμβάνει ένα ανασχετικό φράγμα και μεγαλιθικούς τοίχους εκτροπής και ήπιας διάχυσης του νερού στα καλλιεργήσιμα άνδηρα. Παρόμοια υδραυλικά έργα έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα της μυκηναϊκής εποχής. Μέχρι τώρα δεν είχε βρεθεί κάτι ανάλογο στη μινωική Κρήτη, γι' αυτό το εύρημα θεωρείται σημαντικό για το επίπεδο τεχνογνωσίας της εποχής.
Στην κοιλάδα «Χοιρόμανδρες», όπου διενεργείται από το 1984 συστηματική αρχαιολογική ανασκαφή στο πλαίσιο του Ερευνητικού Προγράμματος «Μινωικοί Δρόμοι», υπό τη διεύθυνση της Στέλλας Χρυσουλάκη, βρέθηκε επίσης ένα φυλάκιο ελέγχου του μινωικού οδικού δικτύου της περιόδου των πρώτων ανακτόρων (18ου αι. π.Χ.). Είναι ένα μικρό, εντυπωσιακό κτίριο κυκλώπειας τοιχοδομίας, που θεμελιώθηκε πάνω σε φυσικό οχυρό βράχο. Η ανασκαφή του έδειξε ότι το φυλάκιο είναι ένα δημιούργημα της κεντρικής διοίκησης του γειτονικού ανακτόρου και ανήκει στο σύστημα ελέγχου -και πιθανόν άμυνας- του νεοσύστατου κρατικού μηχανισμού.
Αργότερα, δηλαδή στην περίοδο των νέων ανακτόρων (1700-1450 π.Χ.), το κτίριο φαίνεται πως επισκευάσθηκε και διατήρησε τον ανακτορικό χαρακτήρα του, όπως μαρτυρούν δύο σφραγιδόλιθοι με παραστάσεις λιονταριού και πληγωμένου αιγάγρου που βρέθηκαν εκεί και τα ωραία πήλινα ανακτορικά σκεύη και αγγεία. Το βραχώδες ύψωμα τειχίζεται με έναν εξαιρετικά ισχυρό περίβολο με πύλη και το ανατολικό τμήμα της κοιλάδας διευθετείται με μεγάλους διπλούς τοίχους, που φθάνουν έως τα 200 μ. μήκος.Το περίεργο είναι πως το πρώτο κτίριο θεμελιώθηκε στη θέση ενός αγροτικού ιερού. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό, γιατί είναι η πρώτη φορά που διαπιστώνεται αλλαγή χρήσης ενός ιερού τόπου σε κοσμικό κτίριο. «Πιθανότατα, πολύ επιτακτικοί λόγοι επέβαλαν μια τέτοια επέμβαση μέσα στην ίδια ιστορική περίοδο (Παλαιοανακτορική περίοδος)», επισημαίνουν οι αρχαιολόγοι.

Φαίνεται έτσι να επαληθεύεται ο Πάρσον, ο οποίος ταυτίζει τους Μινύες με τους Μινωίτες. Κι αυτό διότι και οι κάτοικοι της Μινωικής Κρήτης έχουν να παρουσιάσουν μια σειρά εντυπωσιακών υδραυλικών κατασκευών, που παρουσιάζουν εκπληκτικές ομοιότητες με τα Μινυακά (αρδευτικά συστήματα με δίκτυα υδαταγωγών, παγωμένες κρήνες εν είδει «ψυγείου», κ.ά.).
Τα υδραυλικά έργα του Ελληνικού, μολονότι δεν περιγράφονται ευκρινώς, υπολανθάνουν στην περιγραφή του Παυσανίου (II, 24, 6) για την περιοχή: «κατεβαίνοντας κανείς από το όρος πάλι (προς το μέρος του Άργους), έχει αριστερά της λεωφόρου έναν ναό της Αρτέμιδος.
Λίγο πιο πέρα, δεξιά του δρόμου, έχει ένα βουνό ονομαζόμενο Χάον, στις υπώρειες του οποίου υπάρχουν δένδρα ήμερα, και βγαίνουν στην επιφάνεια σ’ αυτό το μέρος τα νερά του Ερασίνου.
 Ως αυτό το μέρος ρέουν κάτω από το έδαφος ξεκινώντας από την Στύμφαλο της Αρκαδίας, όπως ρέουν οι Ρειτοί από τον Εύριπο ως την Ελευσίνα και την εκεί θάλασσα.

Η σπηλιά στο Κεφαλάρι, πάνω από τις πηγές του Ερασίνου. Σύμφωνα με τον Ελλάνικο ,, ο βασιλιάς Τριόπας ή ο βασιλιάς Φορωνέας μοίρασε την Αργεία στους τρεις γιους του. Από αυτούς, στον Πελασγό έλαχαν τα προς Ερασίνον μέρη. Έτσι, προσδιόριζε ο Λέσβιος συγγραφέας την περιφέρεια του Άργους, αφού ο Πελασγός φέρεται να έχτισε την ακρόπολη της πόλης, τη Λάρισα. Είναι γεγονός πως οι πηγές του ποταμού αυτού είχαν βαρύνοντα ρόλο στο αργολικό πεδίο.Πάνω από αυτές υπάρχουν δυο σπηλιές, κατοικημένες τη νεολιθική εποχή, αφιερωμένες αργότερα στον Πάνα και στο Διόνυσο. Στο μέρος που βγαίνουν τα νερά θυσίαζαν για τους δύο θεούς και γινόταν και η γιορτή Τύρβη προς τιμήν του δευτέρου . Τα σπήλαια, το βουνό, τα ήμερα δέντρα που αναφέρει ο Παυσανίας και προ παντός οι πλούσιες πηγές καθιέρωσαν το χώρο ως λατρευτικό. Σήμερα τη θέση των αρχαίων θεοτήτων των δασών και του κρασιού κατέχουν η Ζωοδόχος Πηγή Κεφαλαρίου ή Παναγία η Κεφαλαριώτισσα.
Στο μέρος του όρους, όπου εξέρχονται στην επιφάνεια τα νερά του Ερασίνου, θυσιάζουν για τον Διόνυσο και τον Πάνα». Ο Παυσανίας κατευθυνόμενος πράγματι προς την Ελευσίνα (Ι, 38, 1), εντυπωσιάζεται από το φαινόμενο των τεχνητών λιμνών, πού υπήρχαν στους Ρειτούς, όπως απέδειξε, αρκετούς αιώνες αργότερα, η αρχαιολογική έρευνα.(Οι Ρειτοί ήταν δύο τεχνητές λίμνες που σχηματίστηκαν από πηγές στις δυτικές παρυφές του Όρους Αιγάλεω, γύρω στα 300 μέτρα βόρεια της ακτής και αποτελούσαν το σύνορο μεταξύ Ελευσίνας και Αθήνας. Η βόρεια λίμνη ήταν αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα, ενώ η δεύτερη στην κόρη της Περσεφόνη.)
Ο Άγγλος περιηγητής Λήκ στις αρχές του παρελθόντος αιώνος είδε εκεί δύο λίμνες, στις οποίες τα νερά συγκρατούνταν με τεχνητά φράγματα, καθώς και δύο τεχνητές διαρροές προς την θάλασσα, που έθεταν σε κίνηση δύο παραλιακούς υδρόμυλους, έναν στην νότια και άλλον στην βόρεια λίμνη.
 Ο αρχαίος περιηγητής ωστόσο, μολονότι εντυπωσιάζεται στην θέα των ιερέων της Αφροδίτης, που ψαρεύουν τους ιερούς ιχθύς από τις τεχνητές λίμνες, δεν δίδει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα αρχαία τεχνικά έργα. Η ύπαρξή τους απλώς αιωρείται. Το ίδιο κάνει άλλωστε και στην περιγραφή της Περσείας κρήνης των Μυκηνών.
Κατά τον Παυσανία υπήρχαν ρεύματα στην περιοχή, δηλαδή εκροές πηγών, οι οποίες φράχτηκαν και σχηματίστηκαν οι λίμνες. Το νερό τους ήταν θαλασσινό και μόνο οι ιερείς των θεοτήτων αυτών είχαν το δικαίωμα να ψαρεύουν εκεί. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η διαμόρφωση των λιμνών έγινε στα κλασικά χρόνια, ενώ νωρίτερα η διέλευση ήταν αδύνατη εξαιτίας των ρευμάτων και των ελών. Για το λόγο αυτό θεωρείται ότι η Αρχαία Ιερά Οδός μετά το Ιερό της Αφροδίτης πρέπει να έκανε παράκαμψη προς τα βόρεια, περνώντας πίσω από τις πηγές.
Στο κέντρο της Λίμνης Κουμουνδούρου,( Η νότια λίμνη, της Περσεφόνης, διατηρείται μέχρι σήμερα, είναι γνωστή ως Λίμνη Κουμουνδούρου) ο Ιωάννης Τραυλός εντόπισε μακρύ τοίχο, που πιθανόν ήταν μέρος του φράγματος που διαμόρφωνε τη λίμνη, το οποίο ταυτίζεται χρονικά με το δομικό υλικό του Ελευσινιακού Τελεστηρίου . Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ελευσίνας υπάρχει επιγραφή με τμήμα ψηφίσματος της αθηναϊκής βουλής που αφορά στη γεφύρωση ενός από τα δύο ρεύματα των Ρειτών. Η επιγραφή χρονολογείται στο 421 π.Χ. και αναφέρει την απόφαση των Αθηναίων να κατασκευάσουν λίθινη γέφυρα πλάτους πέντε ποδών, περίπου 1,5 μέτρου, για να διευκολύνει τη μεταφορά των ιερών της Δήμητρας στην Αθήνα. Καθώς το μικρό πλάτος της γέφυρας απαγόρευε την έλευση τροχοφόρων, ενισχύεται η παραπάνω εκδοχή, αφού οι συνοδοί των ιερών αντικειμένων της θεάς ήταν πεζοί. Η επιγραφή μάλιστα, απεικονίζει τις Ελευσινιακές και τις Αθηναϊκές θεότητες.


Η πυραμίδα του Ελληνικού σε σχεδιάγραμμα του 1729 του αββά Φουρμόντ 

Ο παραλληλισμός λοιπόν του φαινομένου του Έρασίνου με τους Ρειτούς υποδεικνύει ότι κι εκεί υπήρχε κάποιο σπουδαίο τεχνικό έργο, το οποίο και επεσκέφθη ο Παυσανίας πριν φθάσει στην «πυραμίδα του Ελληνικού», την άλλοτε ονομαζόμενη «Τούμπα» (=τύμβος). Οι πηγές του Ερασίνου, που υπάρχουν μέχρι σήμερα στους πρόποδες του Χάονος, ξεκινούν από το Κεφαλάρι, που απέχει 5 περίπου χιλιόμετρα από το Άργος. Χάρις στις πηγές αυτές μάλιστα λειτουργούσε στο Κεφαλάρι και πυριτιδοποιεΐο στις πρώτες μετά την ανεξαρτησία δεκαετίες, αναφέρει ο αρχαιολόγος Ν.Δ. Παπαχατζής.

Η αρχαιολογική έρευνα δε επιστοποίησε τις αναφορές του Παυσανίου για τις δύο σπηλιές, οι οποίες, όπως απεδείχθη, κατοικούντο από την Νεότερά Παλαιολιθική ως την Νεολιθική αδιάκοπα. Πολλούς αιώνες αργότερα, η μία από αυτές μετετράπη σε εκκλησία της Παναγίας Κεφαλαριώτισσας ή Ζωοδόχου Πηγής, στην οποία προαναφερθήκαμε.

Το σπηλαιώδες εσωτερικό της Ζωοδόχου Πηγής      Φ :Φάνης Τσίρος
Στην θέση των αρχαίων αναθημάτων, τα οποία ευρίσκοντο κάποτε στις κόγχες της σπηλιάς, οι σύγχρονοι πιστοί έχουν τοποθετήσει με την σειρά τους σταυρούς και θαυματουργές εικόνες. Το θέαμα των αχανών σπηλαίων είναι λίαν εντυπωσιακό μα αδύνατον να κλεισθεί σε μια φωτογραφία. Αρκεί να υψώσουμε το βλέμμα μας στην κορυφή της εισόδου για να μαγευτούμε από την αρμονία της επαλληλίας των λαξευμένων τόξων που καταλήγει στο βάθος της στην σύγχρονη εικόνα του Εσταυρωμένου.
Στρίβοντας αριστερά στην διπλανή σπηλιά και υπό το κατανυκτικό φως των κεριών, αγναντεύουμε την «μεγάλη καταβόθρα», θαύμα της φύσεως, που η παράδοσις αποδίδει πάντοτε στους Μινύες.
Βλέπουμε λοιπόν ότι ακολουθώντας τον δρόμο Άργους- Τεγέας ο περιηγητής είχε λοξοδρομήσει προς τα δεξιά για να επισκεφθεί τις πηγές του Ερασινού.
Αυτή η παρέκκλισις ίσως θα πρέπει να συσχετισθεί με τα θαυμαστά υδραυλικά έργα στην περιοχή, τα οποία ο Παυσανίας, όπως και στην περίπτωση των Ρειτών και των Μυκηνών, θα ήτο αδύνατον τότε να διαπιστώσει.
 Οι θρύλοι όμως και οι τοπικές παραδόσεις θα ήσαν αρκετές για να επισκεφθεί τις πηγές του. Κατόπιν επανέρχεται στον δρόμο και συναντά σε απόσταση μικρότερη των 3 χιλιομέτρων τα «πολυάνδρια», ταφικά μνημεία, εκ των οποίων το ένα ήτο η περίφημος πυραμίς του Ελληνικού, εύκολα προσιτή από το Κεφαλάρι.

Το κυκλώπειο σύστημα τοιχοδομίας της πυραμίδος του Ελληνικού 

Η ανασκαφική έρευνα ωστόσο, πού ακολούθησε, δεν μπόρεσε να βεβαίωση ότι εχρησιμοποιήθησαν για ταφές. Ακόμη και το κυκλώπειο σύστημα τοιχοδομίας δεν εμπόδισε κάποιους να χρονολογήσουν την «πυραμίδα» στον 4ο αιώνα π.Χ. Όπως θα διαπιστώσετε όμως στην συνέχεια, τα προϊστορικά υδραυλικά έργα του Κεφαλαριού (Ερασινού) συνδέονται άμεσα και με την «πυραμίδα», έργο Μινυών, όπως αποδεικνύεται τελικώς.

Η είσοδος του τάφου του Μινύα στον Ορχομενό τον 19ο αιώνα 

 Οι Μινύες τεχνίτες φαίνεται ότι είχαν ένα ιδιαιτέρως υψηλό τεχνολογικό επίπεδο, το όποιο ξεκινούσε από την άριστη γνώση της ίδιας της φύσεως. Πράγματι, η χώρα μας είναι γεμάτη από «καταβόθρες», οι οποίες παρουσιάζονται στα κράσπεδα ή και στο μέσον των λιβαδιών και ευρίσκονται επί ρηξγενών γραμμών.
Στην επιστήμη της Γεωλογίας, οι «καταβόθρες» αυτές είναι φυσικές οπές, που παρουσιάζονται στις επιφάνειες καρστικών περιοχών και συγκοινωνούν με υπογείους φυσικούς οχετούς.
Μέσω αυτών των φυσικών «καταβόθρων», τα ύδατα λιμνών και ποταμών μεταφέρονται υπογείως, φερόμενα στην θάλασσα ή αναβλύζοντα πάλι ως πηγές στην επιφάνεια της Γης μακριά απ’ τις καταβόθρες.

Η Στυμφαλία Λίμνη 

Στην αρχαιότητα λοιπόν αναφορικά με τον Ερασινό, οι Έλληνες επίστευαν ότι τα πλούσια νερά του προήρχοντο από την Στυμφαλίδα λίμνη.
 Η επιστήμη ωστόσο της Γεωλογίας δεν θεώρησε τον θρύλο πιθανό. Κι όμως το γεγονός ότι σήμερα οι πηγές του Ερασινού στο Κεφαλάρι δεν έχουν πολλά νερά, δεν αποκλείει στο απώτατο παρελθόν λόγω της ροής τους να συνέβαλαν σε ανάλογα φαινόμενα.

Το άνω σημείο είναι  η Στυμφαλία λίμνη και στο κάτω το Κεφαλάρι που αναβλύζει ο Ερασίνος 


Αυτή η επιστημονική πλέον γνώσις ανιχνεύεται ξεκάθαρα στην περιγραφή του Παυσανίου για την περίπτωση των Ρειτών: «Οι λεγόμενοι Ρειτοί μόνο που ρέουν όπως τα ποτάμια. Το νερό τους είναι θαλασσινό. Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς πως από τον Εύριπο της Χαλκίδας ρέουν κάτω από το έδαφος και χύνονται σε μια θάλασσα χαμηλότερη».
Οι Ρειτοί ήσαν ρέματα, που εσχηματίζοντο από πολλές πηγές σε δύο γειτονικές θέσεις των Δυτικών υπωρειών του Αιγάλεω και εχύνοντο στον Κόλπο της Ελευσίνας. Το αλμυρό τους νερό ωφείλετο στην γειτνίασή με την θάλασσα.
 Επειδή δε οι πηγές και στις δύο θέσεις ευρίσκονται σε βαθουλώματα εξ αιτίας μικρού πετρώδους εξάρματος του εδάφους που τίς χωρίζει, φαίνεται πως σχηματίσθηκαν σε αυτά λίμνες με φράγματα τεχνητά προς την πλευρά της θαλάσσης.

Η σημερινή λίμνη Κουμουνδούρου και η θέση που ευρίσκετο η βόρεια λίμνη 

Μία από αυτές τίς λίμνες ήτο η σημερινή λίμνη Κουμουνδούρου. Τα περισσότερα δε από τα νερά, που εσχημάτιζαν την δεύτερη λίμνη, διοχετεύονταν στην θάλασσα με όρυγμα στο όποιο αυτά στραγγίζουν.
Χωρίς να τολμά να το διανοηθεί η σύγχρονη επιστήμη, ο Παυσανίας περιγράφει την «καρστική τοπογραφία» (καρστική * διαλυτική δράση του νερού, που διαβρώνει τις ασβεστολιθικές περιοχές) της περιοχής, η οποία συνίσταται στην διαλυτική δράση του νερού, που διαβρώνει τις ασβεστολιθικές περιοχές και διοχετεύει τα ύδατα μέσω υπογείων φυσικών αγωγών, πολλούς αιώνες πριν ο Γιουγκοσλάβος γεωλόγος Γ. Τσβίγιτς (1893) καθιέρωση τον όρο Κάρστ, δηλαδή το «Πεδίον Λίθων».
Πολύ πιο πριν όμως από όλους αυτούς, οι Έλληνες Μινύες είχαν εφαρμόσει πρακτικώς το «Πεδίο Λίθων» για τίς βιοτικές τους ανάγκες. Δεν είναι τυχαία επίσης ακόμη και η επιλογή της θέσεως της Κωπαΐδος για την δημιουργία των υδραυλικών έργων των Μινυών.




Ονομαστές είναι οι «καταβόθρες», που έχουν δημιουργήσει τις λίμνες της Κωπαΐδος, της Στυμφαλίας, του Φενεού, των Ιωαννίνων, του Σαρανταποτάμου, και οι οποίες εξαφανίζονταν κάτω από τους πρόποδες των βουνών. «Καταβόθρα» άλλωστε είναι και η κοινή ονομασία του όρους Οιτη.
 Η πλέον διάσημη είναι αναμφισβήτητα αυτή της Κωπαΐδος. Οι όχθες της έχουν ελικοειδείς κολπίσκους, των οποίων οι βάσεις είναι διάτρητες με 23 γεωλογικές σχισμές, γνωστές σήμερα ως «καταβόθρες».
Οι σχισμές αυτές, πού έχουν τα ανοίγματα τους στην επιφάνεια της λίμνης, υπήρξαν ανέκαθεν οι φυσικές διέξοδοι των υδάτων του έλους. Οι αρχαιολογικές έρευνες του καθηγητού Θ. Σπυροπούλου στην μεγάλη καταβόθρα απεκάλυψαν ότι τα υδραυλικά έργα σε αυτήν ανάγονται στα τέλη της 4ης ή στίς αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.
 Αν σκεφθούμε λοιπόν ότι η παράδοση αποδίδει τα έργα αυτά στους Μινύες έχουμε μία έμμεση γνώσι σχετικά με τα χρονολογικά πλαίσια υπάρξεως τους. Κατά τον Στράβωνα, όλη η έκτασις του λιμναίου εδάφους ανήκε αρχικώς στην χώρα του Ορχομενού, στην κυριαρχία του οποίου έθεσαν τέρμα οι Θηβαίοι, βοηθούμενοι από τον Ηρακλή, ο οποίος έφραξε τις καταβόθρες, καταστρέφοντας έτσι την χώρα των Μινυών.

Είσοδος -πύλη του τείχους των Μινύων της Άρνης (Γλάς) 
Πίσω από τον μύθο διακρίνεται ξεκάθαρα ένα προϊστορικό υδραυλικό έργο των πρώτων Ελλήνων, όπως απέδειξε προσφάτως η αρχαιολόγος Ε.Λ. Μπουρδάκου στο βιβλίο της «Ηρακλής, ο εξερευνητής του αρχαίου κόσμου» (εκδ. «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ»). Πράγματι, την αποξήρανση της Κωπαϊδος κατά τους χρόνους των Μινυών αποδεικνύουν τα λείψανα των αποξηραντικών έργων, τα όποια απεκαλύφθησαν στις ανασκαφές, που έγιναν στην περιοχή.

Η ξερολιθιά που φαίνεται στην Μεγάλη Καταβόθρα    Φωτ: urbanspeleology .blogspot .gr 

Την λίμνη διατέμνουν τρεις κύριες αύλακες κτιστές με μεγάλους πολυγωνικούς λίθους, που διατρέχουν η μεν το βόρειο τμήμα, η άλλη το κεντρικό και μια άλλη το νότιο. Είναι δε συνδεδεμένες με μικρότερες δευτερεύουσες.
Οι αύλακες αυτές άρχιζαν από τα στόμια των παραποτάμων και κατέληγαν μπροστά στις καταβόθρες, τα ίδια τεχνικά έργα παρατηρούνται

Καταβόθρα από την Κωπαΐδα 

Το κολοσσιαίο αυτό τεχνικό έργο στην «Μινυακή Καταβόθρα» του περιελάμβανε ακόμη και κατασκευή Ελληνικού, όπως την έβαπτίσαμε, διωρύγων!
Το εκπληκτικό είναι ότι πλέον, έπειτα από την προσωπική ερευνά μας. Στο παρακείμενο ακριβώς σπήλαιο, όπου ελατρεύετο ο Διόνυσος, διακρίνεται σήραγγα μυκηναϊκής τεχνοτροπίας, εφ’ όσον έχει το σχήμα υψικόρυφης καμάρας, χαρακτηριστικής, όπως αναφέρει ο ανασκαφεύς της Γ.Ε. Μυλωνάς, της Μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Ανάλογη τεχνοτροπία κατασκευής σηράγγων βλέπουμε στην χώρα των Χετταίων (στην Μικρά Ασία).

Μυκήνες -Αρχαίο γεφύρι στον ποταμό Χάβο 

Τα σπάνια αυτά έργα της προϊστορίας θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια νέα κατηγορία των «7 Θαυμάτων του Προϊστορικού Κόσμου». Πώς είναι όμως δυνατόν να συνυπάρχουν Μυκηναϊκά έργα δίπλα σε Μινυακά; Πώς είναι δυνατόν να έζησε κάποιος ταυτόχρονα στον 12ο αι. π.Χ. και στην 3η χιλιετία π.Χ.; Μήπως οι Μυκηναίοι επεξέτειναν το αρχαιότερο έργο; Η επισταμένη μελέτη του χώρου δεν αφήνει αμφιβολίες πως πρόκειται για σύγχρονα έργα.

Μυκηναϊκά έργα στην Τίρυνθα 

 Εφ’ όσον λοιπόν οι καταβόθρες τοποθετούνται στην 3η χιλιετία π.Χ., το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με τις σήραγγες. και για να μην προλάβουν κάποιοι κακόβουλοι να τα θεωρήσουν φυσικές «πυλοειδείς» καταβόθρες, τονίζουμε ότι πρόκειται για έργα που έχουν γίνει με την ανθρώπινη μυϊκή δύναμη σε άγνωστο, όπως προκύπτει, προϊστορικό παρελθόν και είναι εύκολο για έναν επιστήμονα- αρχαιολόγο, που έχει εις γνώσιν του τα προαναφερθέντα συγγενικά τεχνικά έργα (Μυκήνες, Τίρυνθα, Κωπαΐδα), να κατανόηση την ομοιότητα και την σπουδαιότητα του ευρήματος. Μια τέτοια παρατήρησις όμως θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας εφ’ όσον μας οδηγεί σε ένα παράλογο για την «κατεστημένη επιστημονική έρευνα» συμπέρασμα ότι:
Οι Μινύες είναι οι δημιουργοί όλων των εν Ελλάδι και ίσως και εκτός αυτής (Μάλτα, Βρεταννία, κ.ά.) κυκλώπειων έργων. Άρα και τα Μυκηναϊκά κυκλώπεια τείχη είναι Μινυών έργα.
Είναι γεγονός πως η διεθνής επιστημονική κοινότητα δέχεται την Χρονολόγηση της 3ης χιλιετίας π.Χ. για τα μεγαλιθικά μνημεία της Μάλτας ή της Σαρδηνίας ή ακόμη και του Στόουνχεντζ, απορρίπτει όμως την χρονολόγησή αυτή για τα «Μυκηναϊκά» εν Ελλάδι ευρήματα.
Παρουσιάζονται έτσι τα τελευταία ως έργα των μέσων της 2ας χιλιετίας π.Χ., αντίγραφα των υπολοίπων ευρωπαϊκών.
Η ψυχρή επιστημονική λογική όμως διακρίνει το ίδιο «χέρι» στα έργα αυτά. Άλλωστε εάν δεχθούμε την ευρωπαϊκή άποψη, έπειτα από 1.500 χρόνια, χρονολογία κατά την οποία ανηγέρθησαν τα Μυκηναϊκά τείχη, είναι αδύνατον η ιστορική μνήμη να είχε διατηρήσει την ίδια τεχνογνωσία, η οποία διαρκώς μεταβάλλεται. Σήμερα με πιο έντονους ρυθμούς, τότε πιο αργά, αλλά διαρκώς μεταμορφούμενη.
Φαίνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια, οι επισκέπτες του «Ελληνικού», τολμηροί ερασιτέχνες ή μονολιθικοί «ερευνητές», προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το μεμονωμένο φαινόμενο της «πυραμίδας», χωρίς να μελετήσουν την ευρύτερη περιοχή.
Κι όμως πίσω ακριβώς από την αρχαιολογική θέση της πυραμίδας και μέσα στα χωράφια, που ανεπίτρεπτα καλλιεργούνται σήμερα στην περιοχή, ανιχνεύονται σπουδαία λείψανα των προϊστορικών υδραυλικών έργων των Μινύων.
 Ανάμεσα στις καλλιέργειες διακρίνονται κυκλώπεια τείχη εν είδει περιβόλου ή αναλημμάτων-αναχωμάτων, τα όποια περιέκλειαν κάποτε το πυραμιδοειδές μνημείο. Αυτή η νέα αρχαιολογική ανακάλυψη την οποία η θεία τύχη όρισε να έλθει στο φως, επιβεβαιώνει τις αρχαιομετρικές έρευνες του καθηγητού Ι. Λυριντζή, ο οποίος τοποθετεί χρονολογικά την «πυραμίδα» επίσης στην 3η χιλιετία π.Χ., καθιστώντας την αυτομάτως αρχαιότερη των Αιγυπτιακών. Δυστυχώς ή απουσία του άνω τμήματος της «πυραμίδος» δεν μας επιτρέπει να ομιλούμε με βεβαιότητα για την ύπαρξη πυραμίδων στην Ελλάδα.
Κι αυτό διότι στο εσωτερικό της σχηματίζεται χώρος τετράγωνος διαστάσεων 7,10 Χ 7,10 μέτρων, οι τοίχοι του οποίου είναι κάθετοι και εάν προεκταθοϋν προς τα πάνω θα συναντήσουν την επικλινή εξωτερική επιφάνεια χαμηλότερα από το σημείο, όπου θα μπορούσαν να συναντηθούν σ’ ένα κοινό σημείο οι επικλινείς τέσσερις γραμμές των γωνιών της πυραμίδας.

Ο όγκος της πυραμίδας του Ελληνικού 

Η παρατήρηση αυτή οδήγησε στην υπόθεση ότι η πυραμίδα του Ελληνικού ήτο κόλουρος. Προχωρούσε με επικλινείς τις πλευρές της ως το ύψος των 3,5 περίπου μέτρων κι έπειτα είχε επίπεδη στέγη η πλινθόκτιστο εποικοδόμημα με επάλξεις. Πράγματι ολόκληρη η περιοχή είναι κατάσπαρτη με όστρακα (τεμάχια αγγείων) των Ελληνιστικών χρόνων. Διόλου απίθανο από τότε να αλλοιώθηκε η κορυφή της προκειμένου να εξυπηρέτηση νέες πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων της περιοχής.
 Όσον αφορά στην ταύτισή της πυραμίδας με ταφικό μνημείο εκ μέρους του Παυσανίου, πράγμα το όποιο οδήγησε κάποιους ιστοριοδίφες να την χαρακτηρίσουν τάφο, φρυκτωρία ή παρόδιον οχυρό, υπάρχει κι εδώ μία απάντηση.
Η πυραμίς ξεχασμένη ανά τους αιώνες ή μάλλον ανά τις χιλιετίες από τους Έλληνες του 6ου – 4ου αιώνος π.Χ., χρησιμοποιήθηκα και πάλι ως ταφικό μνημείο και μάλιστα με έτοιμο οικοδομικό υλικό.

 Δεν είναι σπάνιες ανάλογες περιπτώσεις μέχρι και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σε εποχές που ο χρόνος κατασκευής πιέζει η το υλικό είναι ακριβό, τα παλαιά μνημεία ανοικοδομούνται με την επαναχρησιμοποίησι του αρχαιοτέρου υλικού. Όσον αφορά στην εκδοχή της φρυκτωρίας, είναι ανόητη η επιλογή της θέσεως, εφ’ όσον ο λοφίσκος, επί του οποίου είναι ιδρυμένη είναι τόσο μικρός -ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν υψηλότερες βουνοκορφές- ώστε η φωτιά και ο καπνός να είναι μάλλον αόρατα.
Το ότι μάλλον ήτο παρόδιον οχυρόν φαίνεται η πιθανότερη εκδοχή, αλλά και πάλι δεν δικαιολογεί το αρχαίο τοπωνύμιο της περιοχής «Τούμπα» (τύμβος), δηλαδή «Τάφος». Την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ότι οι Αιγυπτιακές πυραμίδες είχαν επίσης ιδρυθεί ως ταφικά μνημεία.
Φυσικά δεν εξυπηρετούσαν μόνον αυτόν τον σκοπό. Είναι γεγονός ότι ή πυραμίδα στα βάθη της κρύβει ακόμη πολλά μυστικά, όπως φαίνεται και από τον κούφιο αντίλαλο του δαπέδου του κεντρικού δωματίου. Τι να κρύβει άραγε στο εσωτερικό της;

Ίσως να μην μάθουμε ποτέ. Δυστυχώς και αυτό το σπάνιο μνημείο έχει πέσει θύμα μιας ανθελληνικής προπαγάνδας, που δεν επιτρέπει στους Έλληνες να ιδρύουν πυραμίδες και μεγάλα τεχνικά έργα πριν από τους Ανατολικούς λαούς. Κι όμως τόσο το μυστικό των Αιγυπτιακών πυραμίδων, όσο και οι σχέσης τους με τους Μινύες και τα υδραυλικά έργα αυτών μοιάζουν κρυμμένα στο «Ελληνικό». Ας ευχηθούμε ότι οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα καταφέρουν να ανασκάψουν το πολυπόθητο μυστικό της Αργολικής γης, αποκαλύπτοντας επί τέλους την αλήθεια, που ορισμένοι στέρησαν σε όλους εμάς.

 Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΕΊ  ΟΙ «ΕΠΙΣΗΜΟΙ » ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ «ΜΠΟΡΟΥΝ» ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΤΥΠΩΣΟΝ ΕΠΙΣΗΜΑ 

Επίλογος
Πλόας από την Φυλακωπή της Μήλου 

Οι Μινύες, αυτός ο θρυλικός Ελληνικός λαός, απετέλεσαν τους πρωτοπόρους, τους οδηγούς της Ελληνικής Φυλής, σε κάθε τομέα δραστηριότητος. Άριστοι ναυτικοί, τεχνικοί και μηχανικοί, οι Μινύες μεταλαμπάδευσαν τον υψηλό θεσσαλικό πολιτισμό, που έχει τις απαρχές του στην μεσολιθική περίοδο -9η χιλιετία π.Χ.- σε όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα. Προϊόντα του Μινυακού πολιτισμού είναι ο Μινωικός και Μυκηναϊκός πολιτισμός, πιθανώς δε και ο Σουμεριακός, αλλά και ο Αιγυπτιακός.
Οι Μινύες ήσαν Έλληνες και όχι επήλυδες, «Ινδοευρωπαίοι», οι οποίοι, κατά τα γνωστά μυθεύματα, αφίχθησαν από τον Βορρά ή την Ανατολή. Αυτό τεκμαίρεται από την συνέχεια του Ελληνικού πολιτιστικού γίγνεσθαι στους τόπους όπου κατοίκησαν και μεγαλούργησαν. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα όποια ενισχύουν την άποψη αυτή.

Η πρώτη εγκατάσταση στο λόφο χρονολογείται στο τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ., στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο. Ήταν μία οργανωμένη κοινότητα 200-300 κατοίκων, που ζούσαν σε 30-40 σπίτια και ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά και με την αλιεία, λόγω της μικρής απόστασης από τη θάλασσα.

Στις πρόσφατες ανασκαφές της στην προϊστορική ακρόπολη του Διμηνίου, η έφορος αρχαιοτήτων Βόλου, η κ. Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, ανεκάλυψε λίγες δεκάδες μέτρα από την προϊστορική ακρόπολη, μία νέα πόλη, Μυκηναϊκή, την οποία εταύτισε με την Μινυακή Ιωλκό. Η ανακάλυψη αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική, διότι προσδίδει νέο χρονικό βάθος, αλλά και συνέχεια στον Ελληνικό θεσσαλικό πολιτισμό. Έχουμε δηλαδή μία λογική χρονική μετάβαση από την περίοδο του Σέσκλου (μέσα 6ης – μέσα 5ης χιλιετίας π.Χ.), στην περίοδο του Διμηνίου (μέσα 5ης – τέλη 3ης χιλιετίας π.Χ.) και τέλος στην περίοδο της Ιωλκού.
Έτσι ουδεμία ασυνέχεια του Ελληνικού πολιτισμού υφίσταται και τα επιχειρήματα των Ινδοευρωπαϊστών κατακρημνίζονται. Ακόμα όμως σημαντικότερα είναι τα προκύπτοντα συμπεράσματα τα αφορώντα στον εν πολλοίς τεχνικό διαχωρισμό μεταξύ των Ελλήνων Μινυών, Μινωϊτών και Μυκηναίων, που όμως κατ’ ουσίαν δεν υφίσταται. Τα ονόματα τους αυτά δεν υποδηλώνουν κανέναν ξεχωριστό πολιτισμό, αλλά απλώς την εκάστοτε μετατόπιση του πολιτικού, διοικητικού και πολιτισμικού κέντρου βάρους του Ελληνισμού, κατά περιόδους.

ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: