Το 1940, στους Αμπελόκηπους, στην Αθήνα, κατοικούσε σε ένα ιδιόκτητο
σπιτάκι μαζί με τη γυναίκα του κάποιος Φουρκιώτης, ο οποίος είχε
προσβληθεί από φυματίωση.
Όταν έμαθε για την αρρώστια του, συγκλονίστηκε και εξοργίστηκε σε τέτοιο βαθμό, που άρχισε να καταριέται τον θάνατο. Διατράνωνε πως δεν τον ένοιαζε τόσο ότι θα πέθαινε, αλλά δε μπορούσε με τίποτα να δεχτεί ότι κάποιος άλλος θα του έπαιρνε τη γυναίκα, που τόσο αγαπούσε και θα κατοικούσε στο σπίτι, που το είχε χτίσει με το ίδιο του το αίμα.
Όταν έμαθε για την αρρώστια του, συγκλονίστηκε και εξοργίστηκε σε τέτοιο βαθμό, που άρχισε να καταριέται τον θάνατο. Διατράνωνε πως δεν τον ένοιαζε τόσο ότι θα πέθαινε, αλλά δε μπορούσε με τίποτα να δεχτεί ότι κάποιος άλλος θα του έπαιρνε τη γυναίκα, που τόσο αγαπούσε και θα κατοικούσε στο σπίτι, που το είχε χτίσει με το ίδιο του το αίμα.

















